Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

Η σχέση Αγίας Γραφής και αποκάλυψης του Θεού

Σεβ. Ναυπάκτου Ιεροθέου Βλάχου

(Από το βιβλίο: «Η Αποκάλυψη του Θεού» Β΄ Έκδοση 1991. Εκδόσεις Ιεράς Μονής Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας) σελ. 20-29).

Πολλοί Χριστιανοί, επηρεασμένοι από τον Προτεσταντισμό, συνηθίζουν να ονομάζουν μερικές φορές την Αγία Γραφή: "λόγο του Θεού", "Θεία αποκάλυψη", "πηγή της πίστεως", κλπ. Το παρακάτω απόσπασμα από το βιβλίο "Η Αποκάλυψη του Θεού", με εκτενείς παραθέσεις από τους μεγαλύτερους συγχρόνους θεολόγους της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά και από αγίους, δίνουν την Ορθόδοξη θεώρηση τόσο της Αγίας Γραφής, όσο και της Θείας Αποκάλυψης.

Όταν λέμε Αγία Γραφή εννοούμε τα κείμενα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης που εγράφησαν από τους Προφήτες, Ευαγγελιστές και Αποστόλους. Όπως γνωρίζουμε η δημιουργία του Κανόνος της Καινής Διαθήκης, που ιδιαίτερα μας απασχολεί, έχει μια μακρά ιστορία. Τα κείμενα της Καινής Διαθήκης είναι κείμενα περιστασιακά, εγράφησαν σε διαφόρους καιρούς και για έναν ορισμένο σκοπό. Το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο προοριζόταν για τους τελείους Χριστιανούς, τους βαπτισμένους, ενώ τα τρία αλλά Ευαγγέλια προορίζονταν κυρίως για τους κατηχουμένους.

Γράφει ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, καθηγητής Πανεπιστημίου: «Εις την Εκκλησίαν ο πιστός ως κατηχούμενος διέβαινε πρώτον το στάδιον της καθάρσεως καθ' ό εδιδάσκετο να διακρίνη μεταξύ τών ενεργειών τού Θεού και των κτισμάτων και δη τού διαβόλου και να συνεργάζεται ούτω με τον Θεόν διά την κατατρόπωσιν της ατελείας και επίτευξιν της τελειότητος βάσει της Παλαιάς Διαθήκης και τών ευαγγελίων τού Μάρκου, Λουκά και Ματθαίου κυρίως. Εν συνεχεία εβαπτίζετο γενόμενος νεοφώτιστος και εδιδάσκετο από το Πάσχα μέχρι της Πεντηκοστής τα μυστήρια της βασιλείας τού Χριστού βάσει τού ευαγγελίου τού Ιωάννου, και εστερεοποιείτο εις το στάδιον τού φωτισμού και ηδύνατο να προχώρηση υπό την καθοδήγησιν δεδοκιμασμένου γέροντος εις το στάδιον της θεώσεως ή ενώσεως ή θέας ή θεωρίας, δηλαδή εις τα ανώτερα εν τη ζωή ταύτη στάδια της τελειώσεως καθ' α μετέχει ακόμη διά της οράσεως εις την δόξαν και βασιλείαν τού Θεού» (Ιωάννη Σ. Ρωμανίδη: Ρωμηοσύνη, εκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1975, σελ. 308, σημ. 59).

Και οι επιστολές τού Αποστόλου Παύλου εγράφησαν και εστάλησαν στις εκκλησιαστικές κοινότητες για να επιλύσουν σοβαρά θέματα που τις απασχολούσαν. Δεν είχαν πρόθεση οι Απόστολοι να παρουσιάσουν συστηματικά την διδασκαλία την όποια παρέλαβαν από τον Θεό, γι' αυτό και η Αποκάλυψη δεν ταυτίζεται απολύτως με την Αγία Γραφή, όπως θα παρατηρηθή κατωτέρω. Υπάρχουν θέματα τα οποία, λόγω τού ότι δεν αντιμετωπίσθηκαν ως προβλήματα, δεν γράφονται μέσα στην Καινή Διαθήκη. Στο σημείο αυτό στηρίζονται οι Πατέρες, και ιδίως ο Μ. Βασίλειος, που κάνει λόγο για την Παράδοση που παραλάβαμε και είναι ισοστάσια με την Γραφή.

Η άποψη ότι η Αποκάλυψη είναι ο λόγος τού Θεού, που προσφέρει την γνώση όλων τών μυστηρίων και ότι η Αγία Γραφή δεν ταυτίζεται απολύτως με τον λόγο τού Θεού, και ακόμη ότι αυτή η Αποκάλυψη παραδίδεται με «ρητά και με νοήματα», διδάσκεται από πολλούς αγίους Πατέρες. Όμως στο σημείο αυτό θέλω να παρουσιάσω την διδασκαλία τού αγίου Συμεών τού Νέου Θεολόγου, όπως την εκθέτει στον Γ΄ ηθικό του λόγο (SC 122, σελ. 390-440). Η διδασκαλία αυτή είναι πολύ εκφραστική.

Ο άγιος Συμεών, εξηγώντας το τι ακριβώς είναι τα άρρητα ρήματα που άκουσε ο Απόστολος Παύλος, όταν ηρπάγη στον Παράδεισο, γράφει τα ακόλουθα αξιοπρόσεκτα για όσα θίγονται στο σημείο αυτό.

Ο Θεός αποκαλύπτει τον Εαυτό Του και γενικά όλα τα μυστήρια της Βασιλείας Του στην ψυχή τού ανθρώπου. Η λογική και αθάνατη ψυχή είναι μία. Και αυτή η ψυχή «πάσα αίσθησις έστιν, εν εαυτή δηλαδή πάσας εί τινες εισίν έχουσα» (σελ. 404). Όλες οι αισθήσεις της ψυχής είναι μία και εκεί γίνεται αυτή η φανέρωση τού Θεού. Έτσι ο ένας Θεός «τη μια και λογική ψυχή δι' αποκαλύψεως οφθήσεται, παν αγαθόν ταύτη αποκαλύπτεται και δια πασών τών ταύτης αισθήσεων ομού εν τω αυτώ οράται τούτο αυτή, βλέπεται και ακούεται, και γλυκαίνει το γευστικόν και το οσφραντικόν ευωδιάζει, ψηλαφάται, γνωρίζεται, λαλεί και λαλείται, γινώσκει, επιγινώσκεται και ό,τι γινώσκει νοείται» (σελ. 404). Ο Θεός, επομένως, αποκαλύπτει «παν αγαθόν» στην ψυχή τού ανθρώπου, φανερώνει όλα τα μυστήρια της Βασιλείας Του και ο άνθρωπος αποκτά υπαρξιακή γνώση και εμπειρία τού Θεού. Και εκείνος που ορά τον Θεό γνωρίζει καλά «ότι ορά τούτον ο Θεός» (σελ. 404).

Η Αποκάλυψη, κατά την διδασκαλία τού αγίου Συμεών, ταυτίζεται και συνδέεται με την έλλαμψη. Και αυτή η έλλαμψη γίνεται δια τού Αγίου Πνεύματος. Ο Προφήτης «δια της τού Πνεύματος ελλάμψεως ήτοι αποκαλύψεως τον Κύριον ημών πάντως και Υιόν τού Θεού» επιγινώσκει, «και δια της εξ αυτού υπηχήσεως αύθις τα περί της οικονομίας αυτού» διδάσκεται, «οιονεί την περί αυτού διδασκαλίαν ην εκείθεν» μανθάνει «ιδιοποιησάμενος» (σελ. 406). Γι' αυτό τονίζουμε ότι η πλήρης Αποκάλυψη των αληθειών της Πίστεως δόθηκε την ημέρα της Πεντηκοστής στους Αγίους Αποστόλους και ακόμη ότι κάθε νέα θεωρία τού Θεού από τους αγίους είναι ουσιαστικά βίωση της Πεντηκοστής. Έτσι η ύψιστη μορφή της Αποκαλύψεως είναι η Πεντηκοστή, όταν δηλαδή ο άνθρωπος με την δύναμη και ενέργεια τού Παναγίου Πνεύματος γνωρίζη τον Θεό και ενώνεται μαζί Του.

Η Αποκάλυψη αυτή στον άνθρωπο λέγεται έλλαμψη και θεωρία. Και αυτή η θεωρία προσπορίζει στον άνθρωπο την αληθινή γνώση τού Θεού. Όλες οι εσωτερικές πνευματικές αισθήσεις αποκτούν αυτήν την γνώση τού Θεού. Επομένως η γνώση τού Θεού δεν είναι μια κίνηση και ενέργεια της λογικής, αλλά μια κοινωνία όλης της ψυχής και αυτού ακόμη τού σώματος με τον Θεό. Γι' αυτό οι άγιοι, κατά τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, αποκαλούν «την θεωρίαν γνώσιν και την γνώσιν πάλιν θεωρίαν», καθώς επίσης αποκαλούν «την ακοήν όρασιν και την όρασιν ακοήν» (σελ. 404). Έτσι η όραση τού Θεού είναι και ακοή και η ακοή τού Θεού είναι και όραση τού Θεού. Στην Μεταμόρφωση τού Χριστού πάνω στο όρος Θαβώρ και η ακοή τής φωνής τού Θεού «ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός» ήταν θεωρία τού Θεού. Όραση (θεωρία) και ακοή τίθενται εναλλάξ στην Αγία Γραφή. «Ούτω τοίνυν η θεία Γραφή και την θεωρίαν τού Θεού ακοήν και την ακοήν αντί θεωρίας συνήθως τίθησιν» (σελ. 406). Και αυτή η ακοή και η θεωρία είναι γνώση. «Ώστε ακοήν την εν τη θεωρία τής δόξης τού Πνεύματος εγγινομένην ομού διδασκαλίαν και γνώσιν λέγει» (σελ. 406).

Η Αποκάλυψη όμως τού Θεού δεν προσφέρεται σε όλους τους ανθρώπους, όπως δίδεται η ευκαιρία σε πολλά σημεία τού βιβλίου αυτού να υπογραμμίσουμε, αλλά μόνον σε όσους είναι κατάλληλα προετοιμασμένοι να δεχθούν αυτήν την έλλαμψη και γνώση τού Θεού. Αναλύοντας ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος την παραβολή τού Χριστού, σύμφωνα με την οποία εξεδιώχθη από τον γάμο ο μη έχων ένδυμα γάμου, γράφει ότι με αυτό έδειξε ο Κύριος «ότι ουδείς εκεί μελανηφορών εισελεύσεται» (σελ. 414). Το ότι εισήλθε και στην συνέχεια εξεβλήθη έξω δεν σημαίνει ότι έκανε λάθος ο αλάθητος, «αλλ' ότι ούπω καιρός ην αποκαλύψαι τα τοιαύτα μυστήρια» (σελ. 416). Μόνον οι άξιοι, οι καθαρθέντες, είναι δεκτικοί αυτής τής Αποκαλύψεως, γιατί, όπως υπογραμμίζει ο άγιος Συμεών, οι ελλάμψεις «τοις αξίοις εκφαντικώτερόν τε και τρανότερον» αποκαλύπτονται (σελ. 400).

Ο λόγος και τα ρήματα που άκουσε ο Απόστολος Παύλος, κατά τον άγιο Συμεών, είναι «αι μυστικαί και επ' αληθώς ανέκφραστοι δια τής ελλάμψεως τού αγίου Πνεύματος, θεωρίαι τε και υπερμεγαλοπρεπείς άγνωστοι γνώσεις, ειτ' ουν αθέατοι θεωρίαι τής υπερφώτου και υπεραγνώστου τού Υιού και Λόγου τού Θεού δόξης τε και θεότητος» (σελ. 398-400). Έτσι λόγος και ρήματα είναι αυτή η ίδια η Αποκάλυψη, η οποία ταυτόχρονα είναι και άγνωστη γνώση και ανέκφραστοι, «αθέατοι θεωρίαι τής υπερφώτου και υπεραγνώστου» θεότητος τού Χριστού.

Αυτός όμως ο λόγος και τα ρήματα, που είναι η θεία Αποκάλυψη, είναι άφραστα. Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, είναι σαφής όταν τονίζη ότι «το ρήμα τού Θεού και ο λόγος αυτού, δια τού στόματος αυτού εξερχόμενος (δηλαδή δια τού Αγίου Πνεύματος) άφραστος εστι παντελώς ανθρωπίνη γλώσση και ακοή σαρκίνη πάντη αχώρητος, ου μόνον δε, αλλά και εις την αίσθησιν αυτής μη δυνάμενος ελθείν, τής αισθήσεως δηλονότι μη ισχυούσης αισθανθήναι τα υπέρ αίσθησιν» (σελ. 396). Ο λόγος, λοιπόν, και το ρήμα είναι άφραστα. Δεν μπορούν τελείως να εκφρασθούν. Με άλλα λόγια οι Αποκαλύψεις τού Αγίου Πνεύματος δεν μπορούν στην τελειότητα να διατυπωθούν με «ρήματα» και «νοήματα». Γι' αυτό τονίζει ο άγιος ότι «ουδέ εν των βλεπομένων η ακουσμένων, καθώς ταύτα ορά και ακούει, οίον εστι και οία ειπείν ποτέ δύναται. Δια τούτο και γλώσση ταύτα λαλήσαι αδύνατον είναι προσέθηκεν» (σελ. 408).

Με όλα αυτά φαίνεται καθαρά ότι η Αγία Γραφή δεν είναι λόγος τού Θεού. Δεν ταυτίζεται ο λόγος του Θεού πλήρως με την Αγία Γραφή. Η Αγία Γραφή είναι λόγος περί τού λόγου τού Θεού, αφού ο λόγος και το ρήμα είναι αυτή η ίδια η Αποκάλυψη και η Αποκάλυψη είναι αδύνατον να εκφρασθή τελείως. Η Αγία Γραφή δεν είναι Αποκάλυψη, αλλά λόγος περί της Αποκαλύψεως. Δεν είναι Πεντηκοστή, αλλά λόγος περί της Πεντηκοστής. Βεβαίως η Αγία Γραφή περιλαμβάνει «ρήματα και νοήματα», αλλά η Αποκάλυψη, που δέχεται κάθε άγιος κατά την θεωρία τού Θεού, είναι υπερτέρα της Αγίας Γραφής. Το ίδιο γίνεται, όπως θα σημειωθή πιο κάτω, και στους όρους των Οικουμενικών Συνόδων. Η εμπειρία των αγίων είναι υπερτέρα των όρων και αυτών ακόμη τών Οικουμενικών Συνόδων. Έτσι, όπως υπογραμμίζεται πολλές φορές στο βιβλίο αυτό, η Αγία Γραφή δεν είναι πηγή της πίστεως, γιατί πηγή της πίστεως είναι η εμπειρία και η Αποκάλυψη, που δέχονται οι άγιοι, και επομένως η Αγία Γραφή δεν μπορεί να ερμηνευθή έξω από την εμπειρία τών θεουμένων αγίων, αυτών δηλαδή που εδέχθησαν και δέχονται στην προσωπική τους ζωή την Αποκάλυψη και έτσι γνώρισαν όλα τα μυστήρια της Βασιλείας τού Θεού. Αυτοί είναι άξιοι και δεκτικοί της Αποκαλύψεως.

Ο π. Αθανάσιος Γιέβτιτς γράφει εκφραστικά: «Το κείμενο της Αποκαλύψεως δεν είναι «πηγή» της θεολογίας. Είναι μόνο η θεόπνευστη, έλλογη μαρτυρία περί τού οραθέντος και βιωθέντος και γνωσθέντος, κατά το μέτρο της πίστεως και δεκτικότητος της ζώσης προσωπικότητος η οποία περί αυτού μαρτυρεί και τών ζωντανών προσώπων στα οποία η μαρτυρία αυτή απευθύνεται» (Σύναξη τεύχος 3 σελ. 19).

Ο καθηγητής π. Ιωάννης Ρωμανίδης σημειώνει γι' αυτό το σημείο: «Η ιδέα ότι η Γραφή δύναται να ταυτισθή προς την αποκάλυψιν είναι ου μόνον γελοία από πατερικής απόψεως, αλλά και καθαρά αίρεσις. Η Γραφή δεν είναι αποκάλυψις, αλλά λόγος περί της Αποκαλύψεως. Η Γραφή είναι το μοναδικόν κριτήριον της αυθεντικής (γνησίας) Αποκαλύψεως, αλλ' η αποκάλυψις δεν περιορίζεται, ακόμη και χρονικώς, εις την Γραφήν. Η Πεντηκοστή είναι η τελική και υψίστη μορφή της Αποκαλύψεως, ότε το ¶γιον Πνεύμα ωδήγησε τους αποστόλους εις πάσαν την αλήθειαν, ως επηγγέλθη τούτο ο Χριστός, αλλ' η Πεντηκοστή δεν είναι γεγονός άπαξ λαβόν χώραν εν τη ιστορία, αλλά συνεχιζόμενη εμπειρία και συμμετοχή εντός της Εκκλησίας εις τον δοξασμόν τού Χριστού και υπό τού Χριστού χορηγηθέντα ως δώρον εις εκείνους, οίτινες επέτυχον διαφόρους βαθμούς τελειότητος δια της μεταβάσεώς των από της καθάρσεως εις τον φωτισμόν, όστις καταλήγει εις υψηλοτέρας μορφάς θεωρίας, τ. ε. εις την θέωσιν ή την δόξαν.

¶λλαις λέξεσιν, η εμπειρία των αποστόλων κατά την Πεντηκοστήν μεταδίδεται ως ο πυρήν της παραδόσεως από γενεάς εις γενεάν κατά τοιούτον τρόπον, ώστε η Ορθόδοξος Εκκλησία κατέχει εν τω μέσω της ζώντας μάρτυρας τού εν Χριστώ δοξασμού, οίτινες δια τούτο έχουν την κατά το δυνατόν πλήρη κατανόησιν της Αποκαλύψεως της δόξης τού Θεού εν Χριστώ, τόσον εν τη Παλαιά, όσον και εν τη Καινή Διαθήκη.

Η Γραφή καθ' εαυτήν δεν αποτελεί την άκτιστον δόξαν τού Θεού εν Χριστώ, και επομένως η Γραφή δεν είναι αποκάλυψις. Η Γραφή δεν είναι π.χ. Πεντηκοστή, αλλ' ομιλεί περί της Πεντηκοστής. Ουχ ήττον ο δοξασμός των προφητών, τών αποστόλων και τών αγίων εν τη ανθρωπίνη φύσει τού Χριστού είναι η Πεντηκοστή εις διαφόρους βαθμίδας και επομένως είναι αποκάλυψις. Η Πεντηκοστή είναι δια τον άνθρωπον η τελική μορφή τού δοξασμού εν Χριστώ, ουχί μόνον μεταγενεστέρα εμπειρία, αλλά μάλλον συνεχής εμπειρία εντός της Εκκλησίας, περιλαμβάνουσα λέξεις και εικόνας, ενώ ταυτοχρόνως υπερβαίνει τας λέξεις και τας εικόνας. ¶λλαις λέξεσι, περιλαμβάνει το σώμα, τον νουν και τας διανοητικάς δυνάμεις, αλλά συγχρόνως και τας υπερβαίνει τελείως. Δια τούτο ακριβώς η εμπειρία της Πεντηκοστής, ήτις υπερβαίνει τας λέξεις, τας εικόνας, το σώμα και τον νουν, δεν δύναται να συλληφθή ή εκφρασθή δια λέξεων. Επομένως, η σημαντικωτέρα όψις της πεντηκοστιανής Αποκαλύψεως δεν δύναται να ταυτισθή προς την Γραφήν, ήτις αποτελείται εκ λέξεων και εικόνων εννοιοφόρων. Δια τούτο και η εμπειρία της Πεντηκοστής εμπεριέχεται εις την Γραφήν και συγχρόνως υπερβαίνει την Γραφήν, εφ' όσον αυτή δεν αποτελή την πεντηκοστιανήν αποκάλυψιν τής δόξης τού Θεού εν Χριστώ δι' Αγίου Πνεύματος καθ' εαυτήν». (Καθ. Ιωάννη Ρωμανίδη: Κριτική θεώρησις τών εφαρμογών τής Θεολο­γίας εις Πρακτικά τού Β' Συνεδρίου Ορθ. Θεολογίας, σελ. 419-420).

Ο Αρχιεπίσκοπος Σινά παρατηρεί: «Η Αγία Γραφή γράφηκε από τους θεούμενους, στους οποίους αποκαλύφθηκε από τον Θεό η ορθή πίστη.

Η Παλαιά Διαθήκη περιέχει τις ενέργειες τού Λόγου προ τής σαρκώσεώς Του. Η Καινή Διαθήκη περιέχει τις ενέργειες τού Λόγου ύστερα από τη σάρκωσί Του, όπως επίσης και τη διδασκαλία και τα θαύματά Του.

Η ίδια η Αγία Γραφή δεν είναι η «αποκάλυψη» τού Θεού, γιατί αυτή γίνεται μόνο στους θεούμενους. Είναι βιβλίο «περί τής αποκαλύψεως». Δεν είναι ο λόγος τού Θεού, όπως λένε οι προτεστάντες. Είναι βιβλίο «περί τού λόγου τού Θεού», διότι περιέχει την ορθή πίστη όπως την παραδίνουν οι θεούμενοι, οι οποίοι έτυχαν των θείων αποκαλύψεων αμέσως. Είναι, λοιπόν, η Αγία Γραφή μαρτυρία «περί τής αποκαλύψεως».

Όπως όλα τα αλλά «κτιστά ρήματα και νοήματα» είναι θεόπνευστα, έτσι και η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστος και απλανής οδηγός τού λαού τού Θεού στη θέωση. Είναι θεόπνευστη η Αγία Γραφή γιατί γράφηκε από θεοπνεύστους συγγραφείς, τους θεουμένους. Τα συγγράμματα τών αγίων Πατέρων είναι θεόπνευστα, γιατί γράφηκαν από θεόπνευστους και θεοφόρους αγίους Πατέρες. Οι αποφάσεις τών Συνόδων είναι θεόπνευστες γιατί πάρθηκαν από θεόπνευστους και θεοφόρους Πατέρες, από θεουμένους, από Αγίους» (Αρχιεπ. Σινά Δαμιανού: «Ορθοδοξία και Παράδοσις» εις «Εκκλησιαστική Αλήθεια» 85/16-4-1980).

Φαίνεται καθαρά από όσα παρετέθησαν ότι η Αγία Γραφή περιγράφει την εμπειρία της θεώσεως, η όποια και περιγραφόμενη παραμένει άρρητη. Γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: «Μη πολυπραγμόνει τοίνυν, αλλ' έπου τοις πεπειραμένοις, μάλιστα μεν έργοις, ει δε μη τούτοις, τοις λόγοις γουν, αρκούμενος ταις παραδειγματικαίς εκφάνσεσιν αυτής. η γαρ θέωσις υπερώνυμος. Διό και ημείς πολλά περί ησυχίας συγγραψάμενοι, νυν μεν τών πατέρων προτρεψάντων, νυν δε τών αδελφών αιτησαμένων, ουδαμού περί θεώσεως αναγράψαι τεθαρρήκαμεν νυν δ' επείπερ ανάγκη λέγειν, ερούμεν, ευσεβή μεν τη τού Κυρίου χάριτι, παραστήσαι δε ουχ ικανά. και λεγομένη γαρ άρρητος εκείνη μένει, μόνοις ενώνυμος, κατά τους πατέρας φάναι, τοις ευμοιρηκόσιν αυτής» (Γρηγορίου Παλαμά: Συγγράμματα, εκδ. Παναγιώτου Χρήστου, Τόμος Α', σελ. 644).

Ελέχθη προηγουμένως ότι και ο απαρτισμός τού Κανόνος της Καινής Διαθήκης έχει μια ιστορία. Από τους Αποστόλους και τους Ποιμένας τής Εκκλησίας δεν καταβλήθηκε απ' αρχής καμιά προσπάθεια να συγκεντρώσουν σ' έναν τόμο τα κείμενα τής Καινής Διαθήκης. Αυτό έγινε μεταγενέστερα. Παρά ταύτα η Εκκλησία ζούσε και οι Χριστιανοί τών πρώτων εκκλησιαστικών κοινοτήτων είχαν όλη την εμπειρία τής Πεντηκοστής. Σχετικά με τον Κανόνα τής Καινής Διαθήκης γράφει ο καθηγητής Σάββας Αγουρίδης: «Η ιστορία τον Κανόνος τής Κ.Δ. παρουσιάζει ορισμένα δυσχερή αλλά και άκρως ενδιαφέροντα προβλήματα. Η ιστορία τού Κανόνος έχει αναμφιβόλως αρχήν, η δε αρχή αυτή, κατά την κρατούσαν σήμερον άποψιν, είναι η συλλογή τών Επιστολών τον Αποστόλου Παύλου. Αναγνωρίζεται επίσης υπό πάντων, ότι περί τα τέλη τού τετάρτου αιώνος μ.Χ. ο κανών τών γνωστών 27 βιβλίων της Κ. Διαθήκης είχε πλέον αποτελεσθή. Τι συνέβη όμως κατά την μεταξύ τών δύο τούτων ορίων περίοδον; Η ιστορία τού Κανόνος κατά την εν λόγω περίοδον εγείρει ορισμένα προβλήματα, η εξέτασις τών οποίων είναι δύσκολος και η λύσις έτι δυσχερεστέρα. Ιδού μερικά τοιαύτα προβλήματα: Εις ποίον ακριβώς σημείον της περιόδου αυτής ανεφάνη η ιδέα τού Κανόνος της Κ. Διαθήκης; Ποία ήτο η σύνθεσις τού πρώτου αυτού κανόνος; Η ιδέα αυτή τού Κανόνος της Κ.Δ. ήτο προϊόν εξελίξεως η ανεφάνη αιφνιδίως; Υποστηρίζεται υπό πολλών ερευνητών ότι εις τον Ιουστίνον, τον φιλόσοφον και μάρτυρα, περί το 150 εν Ρώμη, απουσιάζει η έννοια τού κανόνος. Μετά είκοσιν όμως η τριάκοντα έτη, εις τον Ειρηναίον ο Κανών της Κ. Διαθήκης είναι μία πραγματικότης. Εάν το πράγμα έχη ούτως, διερωτάται τις τι ακριβώς συνέβη μεταξύ 150 και 180 μ.Χ. εν σχέσει προς τον Κανόνα; Ποία ακριβώς στάδια ηκολούθησεν η ιστορική πορεία τού κανόνος μέχρι τού τέλους τού 4ου αιώνος;» (Σάββα Αγουρίδη: Εισαγωγή εις την Κ. Διαθήκην, εκδ. Γρηγόρη, σελ. 58).

Από όσα παρετέθησαν καθίσταται σαφές ότι η Εκκλησία συγκρότησε τον Κανόνα της Καινής Διαθήκης, και μάλιστα μέσα σε μια μεγάλη περίοδο, αυτή ξεχώρισε τα κείμενα και παρέλαβε όσα εκείνη νόμισε. Γι' αυτό το θέμα θα μιλήσουμε πιο κάτω. Εδώ πρέπει να υπογραμμισθή δεόντως ότι η Αγία Γραφή μόνη της δεν είναι η μοναδική «πηγή» της πίστεως. Απλώς περιλαμβάνει κείμενα αυθεντικά που περιγράφουν την εμπειρία την οποία έχουν οι άγιοι συγγραφείς τών κειμένων και μάλιστα όχι όλη την εμπειρία, αλλά αυτήν που σχετίζεται με τα προβλήματα που απασχολούσαν τους Χριστιανούς τών εκκλησιαστικών κοινοτήτων.

 

πηγη  http://www.oodegr.com/oode/grafi/th_apokal1.htm

Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

Αναλογία όντος και αναλογία πίστεως

Του πρωτοπρ. Ιωάννη Σ. Ρωμανίδη (+)

Καθηγητή Πανεπιστημίου

Πλατωνικές (και όχι μόνο) ιδέες που εισέδυσαν στη Δύση, οδήγησαν σε μια αγκίστρωσή της σε εξωχριστιανικά αξιώματα. Μια τέτοια ιδέα ήταν η "αναλογία τού όντος". Και ενώ στην Ανατολή δεν αντιμετωπίσαμε ποτέ τέτοιες αγκιστρώσεις σε φιλοσοφήματα, στη Δύση συζητήθηκε το ζήτημα ευρέως.

Έχουμε ήδη αναφέρει ότι μεταξύ Θεού και κτισμάτων ουδεμία ομοιότης υπάρχει. Και, εφ' όσον ουδεμία ομοιότης υπάρχει, σημαίνει ότι δεν υπάρχει

ουδεμία ομοιότης μεταξύ κτιστού και ακτίστου.

Τώρα η μεταφυσική θεώρηση* της θεολογίας ποια είναι; Για να υπάρχει μεταφυσική η οντολογία στην θεολογία, πρέπει οπωσδήποτε να υπάρχει κάποια αναλογία μεταξύ κτιστού και ακτίστου.

Στην φιλοσοφική και θεολογική παράδοση της Δύσεως, υπάρχουν δύο αναλογίες., δηλαδή δύο διαφορετικές συσχετίσεις. Στην Ορθόδοξη Θεολογία, αντιθέτως δεν υπάρχουν τέτοια πράγματα. Γιατί; Απλούστατα , διότι οι Πατέρες τονίζουν ότι μεταξύ κτιστού και ακτίστου η μεταξύ κτισμάτων και Θεού ουδεμία ομοιότης υπάρχει. Αυτό σημαίνει επίσης ότι δεν υπάρχει και καμία αναλογία μεταξύ τους, δηλαδή συσχέτιση η σύγκριση. Που σημαίνει ότι δεν μπορούμε μέσω των κτισμάτων να γνωρίσουμε το άκτιστο, δηλαδή τον Θεό, Αυτόν η την ενέργεια του.

Στην Δυτική παράδοση η αναλογία, που έχουν δεχθεί οι Δυτικοί ότι υπάρχει, έχει δύο μορφές: Είναι η αναλογία του όντος (analogia entis) και η αναλογία της πίστεως (analogia fidei).

Η αναλογία του όντος υποστηρίχθηκε από όσους ακολούθησαν τον Αυγουστίνο. Στον Αυγουστίνο, όμως, υπάρχουν και οι δύο αναλογίες και γίνεται σ' αυτόν μία σύγχυση μεταξύ της φιλοσοφικής μεθόδου έρευνας των δογμάτων της Εκκλησίας και της αγιογραφικής έρευνας. Χρησιμοποιεί δηλαδή στην έρευνα του εκτός από

την Αγία Γραφή, και την λογική μέθοδο και τον φιλοσοφικό στοχασμό.

Για την ιστορική εξέλιξη της Δυτικής θεολογίας έχει επίσης μεγάλη σημασία η συμβολή του Γουλιέλμου Όκκαμ (Ockham) , ο οποίος είναι ο πατέρας του Νομιναλισμού και ο οποίος έκανε μία γενική επίθεση εναντίον της αναλογίας του όντος. Οι νομιναλιστές απορρίπτουν κάθε είδος διακρίσεως μεταξύ θείας ουσίας και θείων ιδιοτήτων μεταξύ δηλαδή θείας ουσίας και ενέργειας και ισχυρίζονται ότι η διάκριση είναι μόνο κατ' όνομα (εξ' ου και νομιναλιστές )

Εξ' αιτίας του Γουλιέλμου Όκκαμ δημιουργήθηκε μία παράδοση που δεν δεχόταν την αναλογία του όντος, μεταξύ κτιστού και ακτίστου. Έλεγε δηλαδή, ότι από την φιλοσοφία δεν μπορούμε να ανιχνεύσουμε κάποια γνώση περί Θεού. Αυτός έκανε μία γενική επίθεση εναντίον των αρχετύπων του Πλάτωνα, εναντίον δηλαδή των καθ' όλου (Universalia) της Πλατωνικής παραδόσεως με πολύ γερά φιλοσοφικά επιχειρήματα, και σχεδόν κατάργησε τους προηγούμενους Πλατωνικούς της Δυτικής παραδόσεως. προκαλώντας έτσι μια μεγάλη κρίση στην Δυτική Θεολογία.

Αυτό για την Ορθόδοξη παράδοση έχει πολύ μεγάλη σημασία, εφ' όσον η διδασκαλία περί αρχετύπων του Πλάτωνα και των Νεοπλατωνικών επίσημα καταδικάσθηκε από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Στο «Συνοδικόν της Ορθοδοξίας» που διαβάζουμε την Κυριακή της Ορθοδοξίας υπάρχει η επίσημη καταδίκη αυτής της διδασκαλίας του Πλάτωνα και των Νεοπλατωνικών και αναθεματίζονται, από την Ορθόδοξη Εκκλησία, επίσημα πλέον, όσοι παραδέχονται αυτήν την διδασκαλία περί αρχετύπων του Πλάτωνα. Και τούτο διότι η Πλατωνική αντίληψη περί Θεού είναι καθαρά ανθρωπομορφική.

Η περί των αρχετύπων ειδών στον νου του Θεού διδασκαλία αυτή καταργεί ουσιαστικά την Θεία ελευθερία και αποτελεί την όλη γνωσιολογική βάση της λεγομένης Σχολαστικής θεολογικής και φιλοσοφικής παραδόσεως, δηλαδή της θεολογίας των

Παπικών, κατά την οποία πιστεύουν ότι υπάρχει μία αναλογία του όντος και μία αναλογία της πίστεως μεταξύ των κτιστών ουσιών και των ακτίστων αρχετύπων ειδών η ιδεών η λόγων, που υποτίθεται ότι υπάρχουν μέσα στον νου του Θεού. Έτσι κατ' αυτούς μπορεί κανείς να εξιχνιάσει τα περί της Θείας ουσίας, εάν διεισδύσει στην ουσία και στην καθ' όλου έννοια των όντων μέσω της ανθρώπινης λογικής.

Αυτή όμως η διδασκαλία, όπως είπαμε, καταδικάσθηκε από την Ανατολική Ορθόδοξο Εκκλησία κατά την Έβδομη Οικουμενική Σύνοδο. Κατ' αυτό τον τρόπο καθιερώνεται και κατοχυρώνεται η Πατερική άποψη ότι μεταξύ κτιστών και ακτίστου, δηλαδή μεταξύ κτισμάτων και Θεού ουδεμία ομοιότης υπάρχει.

Την ως άνω Πλατωνική αντίληψη περί Θεού ακολούθησε ο Αυγουστίνος και ολόκληρη η Δυτική παράδοση. Ο Γουλιέλμος Οκκαμ δεν κατάργησε όμως την αναλογία της πίστεως, η οποία γι' αυτόν είναι η Αγία Γραφή. Γι' αυτόν δηλαδή στην Αγία Γραφή περιγράφονται τα του Θεού όπως είναι στην πραγματικότητα. Και μόνο μέσω της Αγίας Γραφής, λέει, μπορεί κανείς να γνωρίσει τον Θεό.

Κατά την αναλογία της πίστεως υπάρχει αναλογία μεταξύ Θεού και κτισμάτων. Όχι όμως από την φιλοσοφική σκέψη (που είναι η αναλογία του όντος), αλλά από την αποκάλυψη του Θεού, που είναι κατατεθειμένη μέσα στην Αγία Γραφή.

Δηλαδή λέει η αναλογία της πίστεως ότι ο Θεός αποκαλύπτει στον άνθρωπο τα περί του εαυτού Του μέσα στην Αγία Γραφή και ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίσει τα περί Θεού σωστά από την φιλοσοφία. Εδώ βέβαια κάνει ο Οκκαμ μία επίθεση εναντίον της φιλοσοφικής μεθόδου του Αυγουστίνου, όχι όμως και εναντίον της θεολογικής μεθόδου, που βασίζεται στην Αγία Γραφή, δηλαδή της αναλογίας της πίστεως.

Αυτήν την αναλογία της πίστεως ακολουθεί και ο Λούθηρος, ο ιδρυτής του Προτεσταντισμού. Ο Λούθηρος βέβαια είχε διδάξει σωστά ότι υπάρχουν δύο πίστεις. Η μία πίστη είναι η εγκεφαλική πίστη, της λογικής αποδοχής. Κατ' αυτήν ο άνθρωπος αποδέχεται κάτι με την λογική του και πιστεύει σ' αυτό που αποδέχεται. Αυτή όμως δεν είναι η πίστη που δικαιώνει τον άνθρωπο. Όταν λέει η Γραφή ότι ο άνθρωπος δια μόνης της πίστεως σώζεται, δεν εννοεί απλώς την πίστη της λογικής αποδοχής αλλά την ενδιάθετη πίστη.

Ο Λούθηρος παρατήρησε ότι στην Αγία Γραφή αναφέρεται ότι πράγματι υπάρχει μία άλλη πίστη, που είναι δώρο Θεού και ότι αυτή η πίστη ενεργείται στον χώρο της καρδιάς. Έφθασε όμως μέχρι αυτού του σημείου και δεν προχώρησε παραπέρα. Δεν ολοκλήρωσε δηλαδή το θέμα αυτό εμβαθύνοντας στην Πατερική αντίληψη περί της ενδιαθέτου πίστεως.

Στην Ορθόδοξη παράδοση ούτε η αναλογία της πίστεως υπάρχει. Διότι μεταξύ της διδασκαλίας της Αγίας Γραφής και της αλήθειας περί Θεού δεν υπάρχει αναλογία πίστεως. Διότι μεταξύ της διδασκαλίας της Αγίας Γραφής και της αλήθειας περί Θεού και κτισμάτων δεν υπάρχει απολύτως καμία ομοιότητα. Γι' αυτόν τον λόγο τα νοήματα της Αγίας Γραφής περί Θεού είναι καταργήσιμα νοήματα. Καταργούνται στην εμπειρία της θεώσεως. Πριν είναι απλώς βοηθητικά, απαραίτητα , σωστά και ορθά, ως καθοδηγητικά μόνο προς τον Θεό.

Η Αγία Γραφή είναι οδηγός προς τον Θεό, αλλά δεν έχει η περιγραφή του Θεού στην Αγία Γραφή καμία ομοιότητα με τον Θεό. Μιλά για τον Θεό, μιλά για την αλήθεια, αλλά δεν είναι η Αλήθεια. Είναι οδηγός προς την Αλήθεια και την Οδό, που είναι ο Χριστός. Διότι οι λέξεις στην Αγία Γραφή, είναι απλώς σύμβολα, τα οποία περιέχουν ορισμένα νοήματα. Αυτά τα νοήματα είναι όλα ανθρώπινα και οδηγούν προς τον Θεό, προς τον Χριστό και τίποτε άλλο.

Οπότε διαβάζοντας απλώς κανείς την Αγία Γραφή δεν μπορεί να θεολογεί σωστά μόνο βάσει της Αγίας Γραφής. Αν αυτό το κάνει, δεν μπορεί παρά να γίνει αιρετικός. Διότι σωστή ερμηνεία της Αγίας Γραφής συνοδεύεται από την εμπειρία του φωτισμού ή της θέωσης. Χωρίς φωτισμό ή θέωση δεν μπορεί η Αγία Γραφή να ερμηνευθεί σωστά. Όπως διαβάζοντας απλώς κάποιος βιβλία χειρουργικής δεν μπορεί να γίνει χειρούργος, αν δεν παρακολουθήσει μαθήματα στην Ιατρική Σχολή και δεν εξασκηθεί στην χειρουργική κοντά σε έμπειρο καθηγητή, έτσι και σε οποιαδήποτε άλλη θετική επιστήμη πρέπει κανείς να εξασκηθεί, για να μπορεί από την άσκηση και την εμπειρία να προχωρήσει στην επαλήθευση και διαπίστωση της θεωρίας. Δηλαδή η θεωρία διαπιστώνεται, αν είναι αληθινή, από την εμπειρική πράξη, από την εμπειρική γνώση.

Κατά τον ίδιο τρόπο ένας ο οποίος δεν προσεγγίζει την Αγία Γραφή μέσω εμπειρογνωμόνων, δηλαδή μέσω ανθρώπων που έχουν την ίδια εμπειρία με τους Προφήτες η τους Αποστόλους, που είναι οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν μπορεί να βεβαιωθεί για την αλήθεια της Αγίας Γραφής. Η βάση, το θεμέλιο της εμπειρίας αυτής είναι ο φωτισμός και η θέωση, δηλαδή ο δοξασμός.

_________________

*

Ή η οντολογική θεώρηση της θεολογίας, διότι από την εποχή του Γαλλικού Διαφωτισμού οι όροι μεταφυσική και οντολογία ταυτίζονται.

Ιωαννου Σ. Ρωμανίδου, Πατερική Θεολογία , Εκδόσεις Παρακαταθήκη, 2004, σελ 129 -134, Πρόλογος Πρωτοπρ. Γεωργίου Δ. Μετάλληνου, Επιμέλεια - Σχόλια: Μοναχού Δαμασκηνού Αγιορείτου.

 

πηγή http://www.oodegr.com/oode/filosofia/analog1.htm

Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2011

Περί «συντηρητικών» και «φιλελευθέρων»

 

Του πρωτοπρ. Ιωάννη Σ. Ρωμανίδη (+)

Καθηγητή Πανεπιστημίου

Έχουν  τώρα εκσφενδονίσει εναντίον των υποστηρικτών της παραδόσεως αυτής του Ησυχασμού την ονομασία "συντηρητικοί". Στη Δύσι όμως τι σημαίνει συντηρητικός;

 

     Στην Δύσι συντηρητικός  είναι όποιος ταυτίζει την Αγία Γραφή με την αποκάλυψι του Θεού στον κόσμο, στον άνθρωπο. Διότι παλαιότερα οι Προτεστάντες και οι Παπικοί πιστεύανε  στην κατά γράμμα θεοπνευστία της Αγίας Γραφής, ότι δηλαδή ο Χριστός δια του Αγίου Πνεύματος υπαγόρευσε στους Προφήτες και Ευαγγελιστές κατά γράμμα την Αγία Γραφή. Ότι οι συγγραφείς  της Αγίας Γραφής καθόντουσαν σαν γραφείς και έγραφαν ό,τι άκουγαν από το ¶γιο Πνεύμα.

    Tώρα  όμως με την Βιβλική κριτική αυτή η γραμμή τινάχτηκε στον αέρα. Οπότε ο Προτεσταντικός κόσμος έχει διαιρεθεί  σε συντηρητικούς Προτεστάντες και σε φιλελεύθερους Προτεστάντες. Οι Λουθηρανοί είναι  διηρημένοι σε συντηρητικούς και σε φιλελευθέρους. Στην Αμερική υπάρχουν ξεχωριστές εκκλησίες Λουθηρανών. Οι μεν είναι φιλελεύθεροι και μία, η του Missouri Synod, είναι συντηρητική. Οι μεν δεν δέχονται την Αγία Γραφή ως αποκάλυψι απόλυτα, ενώ οι άλλοι  την δέχονται ως αποκάλυψι απόλυτα.

    Το ίδιο συμβαίνει και με τους Βαπτιστές. Οι μεν φιλελεύθεροι Βαπτιστές δεν δέχονται την Αγία Γραφή κατά γράμμα ως θεόπνευστη και ως αποκάλυψι, οι  δε άλλοι  την δέχονται ως αποκάλψι και ως θεόπνευστη
κατά γράμμα. Το ίδιο συμβαίνει και με τους Μεθοδιστές.  Το ίδιο συμβαίνει σε όλες τις Προτεσταντικές Ομολογίες της Αμερικής. Έχουν δηλαδή διαιρεθή σε φιλελεύθερους και συντηρητικούς από αυτήν την άποψι.

    Τώρα διερωτάται κανείς, αυτός ο διαχωρισμός μπορεί να εφαρμοσθή στην Ορθόδοξη παράδοσι; Υπάρχουν δηλαδή Πατέρες συντηρητικοί και Πατέρες φιλελεύθεροι από αυτής της απόψεως; Υπάρχει δηλαδή κανένας  Πατέρας της Εκκλησίας, ο οποίος να διδάσκη την κατά γράμμα θεοπνευστία της Αγίας Γραφής; Υπάρχει κανένας Πατέρας της Εκκλησίας, ο οποίος να  ταυτίζη την Αγία Γραφή με αυτήν την ίδια την εμπειρία της θεώσεως; Όχι, δεν υπάρχει κανείς. Αφού η εμπειρία της θεώσεως είναι η αποκάλυψις του Θεού στον άνθρωπο. Μάλιστα εξ επόψεως Δογματικής Θεολογίας το να ταυτίζη κανείς την Αγία Γραφή με την Αποκάλυψη, που είναι η εμπειρία της θεώσεως, η οποία υπερβαίνει τα ρητά και τα νοήματα, είναι καθαρή αίρεσις.

    Λοιπόν μπορεί ένας, ο οποίος δέχεται αυτήν την πατερική  γραμμή, να χαρακτηρισθή σύμφωνα με την παραπάνω Προτεσταντική θεώρησι ως συντηρητικός; Οι φιλελεύθεροι Προτεστάντες, όταν ακούν γι' αυτήν την γραμμή των Πατέρων, λένε: ¶, αυτό είναι φιλελευθερισμός! Οι συντηρητικοί Προτεστάντες, λένε: ¶, αυτό είναι αίρεσις! Δηλαδή για τους συντηρητικούς Προτεστάντες  εμείς οι Ορθόδοξοι είμαστε αιρετικοί, όσοι δηλαδή ακολουθούν τους Πατέρες.

    Τότε θα ρωτήση κάποιος; Ποιοι είναι τότε οι Ορθόδοξοι φιλελεύθεροι και οι Ορθόδοξοι συντηρητικοί; Η απάντηση είναι ότι αυτοί είναι όσοι θεολογούν αντίστοιχα κατά τρόπο Προτεσταντικό. Γι' αυτόν τον λόγο έχουν χωρισθή ορισμένοι θεολόγοι στην Ελλάδα σε φιλελεύθερους και συντηρητικούς. Οι φιλελεύθεροι είναι εκείνοι, οι οποίοι ακολουθούν τους φιλελεύθερους Προτεστάντες και οι συντηρητικοί είναι εκείνοι, οι οποίοι ακολουθούν τους συντηρητικούς Προτεστάντες σ' αυτά τα θέματα.

    Όμως η Πατερική παράδοσις μπορεί να ενταχθή μέσα  σ' αυτούς τους χαρακτηρισμούς και μέσα σ' αυτά τα συνθήματα; Όχι βέβαια. Ένας Ησυχαστής θεολόγος της Ανατολικής Εκκλησίας θα θεωρηθή στην Δύσι ότι είναι φιλελέυθερος. Γιατί; Διότι δεν ταυτίζει το  γραπτό κείμενο, ούτε τα ρήματα και νοήματα της Αγίας Γραφής με την Αποκάλυψι.

    Λοιπόν, εφ' όσον  η Αποκάλυψις είναι η εμπειρία της θεώσεως, που υπερβαίνει την νόησι καθώς και τα ρήματα και τα νοήματα, αυτό σημαίνει ότι η ταμπέλλα αυτή συντηρητικός ή φιλελεύθερος δεν μπορεί να φορεθή στους φορείς της Ορθοδόξου παραδόσεως.  Γι' αυτό οι Πατέρες δεν είναι ούτε φιλελεύθεροι ούτε συντηρητικοί. Απλώς υπάρχουν Πατέρες της Εκκλησίας, οι οποίοι έχουν  φθάση μόνο στον φωτισμό και είναι οι άγιοι της Εκκλησίας ή έχουν φθάσει και στην θέωσι και είναι επίσης άγιοι της Εκκλησίας ενδοξότεροι από τους προηγούμενους.

    Αυτό είναι Πατερική παράδοσις, το να φθάση κανείς είτε στον φωτισμό είτε στην θέωσι, αφού περάση πρώτα από τον φωτισμό. Τίποτε άλλο δεν είναι η Ορθόδοξη παράδοσις παρά αυτή η θεραπευτική αγωγή, κατά την οποία επιτελείται η κάθαρσις του νοός, η φώτισις του νοός και εν συνεχεία, αν θέλη ο Θεός, και η θέωσις του νοός και του όλου ανθρώπου. ¶ρα μέσα σ' αυτά τα πλαίσια υπάρχει κανένας φιλελεύθερος φωτισμένος ή συντηρητικός φωτισμένος; Όχι, βέβαια. Διότι ή είσαι φωτισμένος ή δεν είσαι φωτισμένος. Ή έχεις φθάσει στην θέωσι ή δεν έχεις φθάσει στην θέωσι. Ή έχεις υποστή θεραπεία ή δεν έχεις υποστεί θεραπεία. Δεν υπάρχει άλλη διαφοροποίησις πέραν τούτων.

Ιωαννου Σ. Ρωμανίδου, "Πατερική Θεολογία" , Εκδόσεις Παρακαταθήκη, 2004, Πρόλογος του Κοσμήτορα Θεολ Σχολ. Πανεπ Αθηνών Πρ. Γεωργίου Δ. Μετάλληνου
  Επιμέλεια - Σχόλια: Μοναχού Δαμασκηνού Αγιορείτου

ΠΗΓΗ   Ο.Ο.Δ.Ε.

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2011

Οι αιρετικοί και η Αγία Γραφή κατά τον άγ. Ιωάννη τον Χρυσόστομο

Πρωτοπρ. Βασίλειος Α. Γεωργόπουλος, Δρ. Θ

 

ΠΗΓΗ:

 

Ο ιερός Χρυσόστομος ανήκει στις πλέον επιφανείς και εξέχουσες πατερικές προσωπικότητες. Υπήρξε συν τοις άλλοις ο ανυπέρβλητος ερμηνευτής της Αγίας Γραφής, «ο γαρ των του Θεού απορρήτων σοφός προφήτης» κατά τον άγιο Ισίδωρο τον Πηλουσιώτη (Επισ. Ι, 156. ΡG 78, 288 Β). Το ερμηνευτικό του έργο είναι μοναδικό μέσα στην ιστορία της Εκκλησίας τόσο για τον όγκο του όσο και για το βάθος, τον πλούτο, τον ρεαλισμό και τη σαφήνειά του (Βλ. H. F. von Campenhausen, Griechische Kirchenvδter, 8η έκδ, 1993, σ. 137. B. Altaner - A. Stuiber, Patrologie, Sonderausgabe, 1993, σ. 324).

Ο ιερός Χρυσόστομος δεν υστέρησε φυσικά και στην υπεράσπιση της Ορθοδόξου πίστεως εναντίον των διαφόρων αιρετικών. Η πτυχή αυτή του έργου του μαρτυρείται με σαφήνεια και στις ερμηνευτικές του παρατηρήσεις σε διάφορα χωρία της Αγ. Γραφής που διαστρέβλωναν οι αιρετικοί της εποχής του.


Στο πλαίσιο, λοιπόν, αυτό, τόσο της ερμηνευτικής του εργασίας όσο και της υπεράσπισης της Εκκλησιαστικής διδαχής ο Ι. Χρυσόστομος έχει περιγράψει βασικές πρακτικές των αιρετικών που δείχνουν τον τρόπο με τον οποίο οι αιρετικοί χρησιμοποιούν την Αγ. Γραφή στην προσπάθειά τους να παρασύρουν ανύποπτους και ακατάρτιστους ανθρώπους σε θέματα πίστεως. Και στο σημείο, όμως, αυτό έχει παραμείνει μοναδικός και ανυπέρβλητος. Όσα επισήμανε τότε για τις αιρετικές μεθοδεύσεις έχουν διαχρονική επικαιρότητα, καθώς οι ίδιες πρακτικές, με τις ίδιες συνέπειες, χρησιμοποιούνται και σήμερα από το πλήθος των σύγχρονων αιρετικών ομάδων.

     α) Η πρώτη βασική επισήμανσή του σχετίζεται με τα γενεσιουργά αίτια των διαφόρων αιρέσεων. Ενώ η Εκκλησία είναι σώμα Χριστού αντιθέτως η αφετηρία των διαφόρων αιρέσεων σχετίζεται με την ύπαρξη ενός νοσηρού και πνευματικά επικίνδυνου φαινομένου. Λέγει ο Ι. Χρυσόστομος: «Τούτο το δένδρον (σ. σ της αιρέσεως) εφύτευσεν μεν λογισμών άκαιρος περιέργεια, επότισε δε απόνοιας τύφος, ηύξησε δε φιλοδοξίας έρως» (PG 48, 719).

     β) Θεμελιώδης πρακτική των διαφόρων χριστιανικών αιρέσεων αποτελεί η διαστροφή του νοήματος των αγιογραφικών χωρίων και η κατανόησή τους εκτός των συμφραζομένων και της ευρύτερης νοηματικής τους συνάφειας. Τέτοιου είδους πρακτικές τις συνδυάζουν με την μόνιμη επωδό, ότι οι ισχυρισμοί τους είναι η άποψη της Αγ. Γραφής. Επισημαίνει σχετικά ο Ι. Χρυσόστομος γι' αυτό: «Ου τοίνυν αρκεί το ειπείν, ότι εν τη Γραφή γέγραπται, αλλά χρη και την ακολουθίαν αναγνώναι πάσαν, επεί ει μέλλοιμεν διακόπτειν την προς άλληλα συνέχειαν αυτών και συγγένειαν, πολλά τεχθήσονται πονηρά δόγματα» (PG 56,156)

Στην ίδια συνάφεια επισημαίνει πάλι: «Ου' δει απλώς τας των Γραφών ρήσεις παραφέρειν, ουδέ εκκόπτοντας της ακολουθίας, ουδέ της συγγενείας αποσπώντας, ουδέ έρημα και γυμνά τα ρήματα της των επομένων ή προλαβόντων βοηθείας λαμβάνοντας συκοφαντείν απλώς και επηρεάζειν» (ΡG 56,158).

     γ) Ο κάθε αιρετικός που παρουσιάζει τις πλάνες του ως απόψεις της Αγ. Γραφής θεωρείται κατά τον Ι. Χρυσόστομο ως «ο δόγματα φρικτά και απόρρητα λυμηνάμενος» (PG 61, 622-623). Την αλήθεια αυτή την κάνει πιο σαφή με ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα. Αναφέρει: «Καθάπερ γαρ εν τοις βασιλικοίς νομίσμασιν ο μικρόν του χαρακτήρος περικόψας, όλον το νόμισμα κίβδηλο ειργάσατο, ούτω και ο της υγιούς πίστεως και το βραχύτατον ανατρέψας, τω παντί λυμαίνεται» (PG 61, 622 ).

     δ) Καθώς απουσιάζουν απ' αυτούς οι πνευματικές προϋποθέσεις ορθής ερμηνείας, οι διάφοροι αιρετικοί παρουσιάζουν ως διδασκαλία της Αγ. Γραφής «τη των οικίων λογισμών ασθενεία» (PG 59, 146). Πώς επιτυγχάνεται αυτό; Με το «διεστραμμένως απαγγέλειν τα εν ταις Γραφαίς κείμενα, ή προστιθέντας ή υφαιρούντας». Αποτέλεσμα αυτών των αιρετικών πρακτικών είναι το «επιζοφούν την αλήθεια» (PG 56, 156) και «Τη αληθεία αεί παρεισάγειν την πλάνην πολλά επιχρωννύντα αυτή τα ομοιώματα, ώστε ευκόλως κλέψαι τους ευεξαπατήτους». (PG 58, 475).

     ε) Ο Ι. Χρυσόστομος έχει αναφερθεί επίσης και στα διάφορα προσωπεία τα οποία χρησιμοποιούν οι αιρετικοί. Συνήθως αποκρύπτουν την πραγματική τους ταυτότητα και παραπληροφορούν, παρότι επικαλούνται την Αγ. Γραφή. Με τον ρεαλισμό που τον διακρίνει επισημαίνει: «Παρά μεν την αρχήν συσκιάζουσιν εαυτούς, επειδάν δε πολλήν λάβωσι την παρρησίαν και λόγου τις αυτοίς μεταδώ τότε τον ιόν εκχέουσιν» (PG 58, 477). Και αλλού: «Εργάζονται μεν γαρ, αλλ' ανασπώσι τα πεφυτευμένα. Επειδή γαρ ίσασιν, ότι ετέρως ουκ αν γένοιντο ευπαράδεκτοι, το προσωπείον λαβόντες της αληθείας, ούτω το δράμα της πλάνης υποκρίνονται. (. . . ). Σχήμα μόνον αυτοίς, η δορά του προβάτου επίκειται». (PG 61, 563). Το προσωπείο, όμως, δεν δηλώνει ειλικρίνεια αλλά δόλο και μεθόδευση.

     στ) Επανειλημμένα μέσα στις ομιλίες του ο ιερός πατέρας είχε τονίσει την αναγκαιότητα και τη σπουδαιότητα της συστηματικής, προσεκτικής και συνεχούς μελέτης της Αγ. Γραφής από τους χριστιανούς. Την προτροπή αυτή τη συνοψίζει ο λόγος του «Παρακαλώ μετά πολλής σπουδής την ανάγνωσιν των θείων Γραφών ποιώμεθα. Ούτω γαρ και της γνώσεως επιτευξόμεθα, ει συνεχώς επίωμεν τα εγκείμενα» (PG 53, 321). Και τούτο γιατί μεταξύ των πολλών πνευματικών καρπών που προέρχονται από την αγιογραφική κατάρτιση των χριστιανών, συναριθμεί και τη δυνατότητα απάντησης και αναίρεσης των αιρετικών ισχυρισμών.

Εν προκειμένω ο Ι. Χρυσόστομος είναι εξαιρετικά σαφής: «Κάτασχε αυτόν, και περίστηθι, και μη αφής αποπηδήσαι, μηδέ αναχωρήσαι εις τον λαβύρινθον των λογισμών αλλά κάτασχε, και απόπνιξον, μη τη χερί, αλλά τω ρήματι, μη δως αυτώ διαστολάς και διαφυγάς, ας βούλεται. Εκείθεν θόρυβον εμποιούσι τοις διαλεγομένοις, επειδή ημείς αυτοίς ακολουθούμεν, και ουχ άγομεν υπό τους νόμους των θείων Γραφών. Περίθες τοίνυν αυτώ τειχίον πάντοθεν, τας από των Γραφών μαρτυρίας, και ουδέ χάναι δυνήσεται». (PG 56, 167).

Θα ολοκληρώσουμε την μικρή αυτή αναφορά μας στη διδασκαλία του ιερού πατέρα με μία καίριας σπουδαιότητας επισήμανση, η οποία αποτελεί ταυτοχρόνως και θεμελιώδη και αναντικατάστατη ορθόδοξη ποιμαντική αρχή. Ο ορθόδοξος χριστιανός στο πρόσωπο του κάθε αιρετικού βλέπει ένα θύμα του πονηρού. Ένα άρρωστο πνευματικά άνθρωπο. Γι' αυτό λέγει ο Ι. Χρυσόστομος «τω λόγω διώκω ου τον αιρετικόν, αλλά την αίρεσιν, ου τον άνθρωπο αποστρέφομαι αλλά την πλάνην μισώ, και επισπάσασθαι βούλομαι» (PG 50, 701).
 

πηγή  http://www.oodegr.com/oode/grafi/xrysost_grafi_1.htm
 
Τρίτη, 15 Μαρτίου 2011

Χρήση διαφορετικών κειμένων της Αγίας Γραφής στη Χριστιανική πίστη

Μη έχοντας κατανοήσει το βάθος της Χριστιανικής αντίληψης περί του κειμένου της Αγίας Γραφής, μερικοί ρωτούν και άλλοι γελούν, για τη χρήση που κάνουμε εμείς οι Χριστιανοί από διαφορετικά κείμενα της Αγίας Γραφής, και για το ότι επιλέγουμε "ό,τι μας συμφέρει" κάθε φορά. Τι δεν έχουν αντιληφθεί αυτοί οι άνθρωποι;

 

1. Ποιο είναι το θέμα που προκύπτει

Στην Παλαιά Διαθήκη έχουμε δύο αρχαία κείμενα. Το ένα είναι η Μετάφραση των Εβδομήκοντα (Ο'), που είναι και το αρχαιότερο, μεταφρασμένο από τα Εβραϊκά στα Ελληνικά μεταξύ 3ου και 2ου αι. π.Χ., για τους Ελληνόφωνους Ιουδαίους.  Το άλλο είναι το αρχαίο Εβραϊκό, το Μασοριτικό κείμενο, που είναι από τον 6ο αι. μ.Χ., στα Εβραϊκά, και έχει και 10 βιβλία λιγότερα, καθώς οι μετά Χριστόν Ιουδαίοι τα αφαίρεσαν από τον κανόνα τους, από αντίδραση προς τον Χριστιανικό κανόνα. Αλλά για το θέμα αυτό, έχουμε άλλο ειδικό άρθρο.

Η Εκκλησία χρησιμοποιεί ουσιαστικά τη μετάφραση των Εβδομήκοντα, όχι μόνο επειδή είναι αρχαιότερη, και διαθέτει όλα τα βιβλία της Αγίας Γραφής, του Χριστιανικού κανόνα, αλλά και επειδή αυτή χρησιμοποιούσαν οι απόστολοι, όπως προκύπτει από τα κείμενα της Καινής Διαθήκης που παραθέτουν απ' αυτή. Όμως, υπάρχουν φορές, που οι Χριστιανοί καταφεύγουμε στο Εβραϊκό κείμενο, επειδή διατηρεί την ίδια την Εβραϊκή γλώσσα, και μπορούμε συχνά να κάνουμε διαπιστώσεις και ακριβέστερες ερμηνείες σε δύσκολα χωρία, που χρειάζονται καλή γνώση του θέματος.

Για παράδειγμα, στη μελέτη μας με τους γίγαντες και τους "υιούς ελοχίμ", καταφύγαμε στο Εβραϊκό, για να διαπιστώσουμε εκείνο το μεταφραστικό λάθος της μετάφρασης Ο', που οδήγησε σε πλήθος παρανοήσεων σχετικών με το χωρίο αυτό. Από την άλλη όμως, συχνά χρησιμοποιούμε αποδόσεις της μετάφρασης Ο', ακόμα και σε θεολογικά ζητήματα, γνωρίζοντας ότι η λέξη αυτή, δεν υπάρχει έτσι στο Μασοριτικό, αλλά πιθανώς μεταφράσθηκε "λάθος". Για παράδειγμα, στη Γένεση 2/β: 7, κατά τη δημιουργία του ανθρώπου, λέει στο Μασοριτικό: "και φύσηξε στα ρουθούνια του πνοή ζωής και έγινε ο άνθρωπος ζωντανή ψυχή". Αντιθέτως, στη μετάφραση Ο', αντί για "ρουθούνια" λέει: "Και φύσηξε στο πρόσωπό του...". Και λέμε στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ότι η λέξη "πρόσωπο" δεν είναι τυχαία, γιατί μας βοηθάει να κατανοήσουμε το ότι ο άνθρωπος είναι "πρόσωπο", και έχει μια προσωπική σχέση με τον Θεό, και ότι είναι "εικόνα" της εικόνας του Θεού του Κυρίου Ιησού Χριστού, ως σταμπαρισιά του προσώπου Εκείνου.

Η πρακτική αυτή όμως, δημιουργεί σε μερικούς ερωτήματα σαν τα παρακάτω:

"Εάν εμπιστεύεστε περισσότερο το Εβραϊκό σε μεμονωμένες λέξεις, πώς είναι δυνατόν να χρησιμοποιείτε των Ο΄;"

"Γιατί χρησιμοποιείτε στη θεολογία σας αναλύσεις, που στηρίζονται στη μετάφραση Ο', όταν στο Εβραϊκό στα ίδια αυτά σημεία υπάρχει διαφορετική απόδοση;"

"Με ποιο κριτήριο επιλέγετε πότε το ένα και πότε το άλλο κείμενο, κατά το πώς σας συμφέρει;"

"Πώς είναι δυνατόν, μία μετάφραση που ομολογουμένως σε κάποια σημεία μεταφράσθηκε λάθος, να αποδίδει σε αυτά τα λάθος σημεία, καλύτερα τη Χριστιανική δογματική σας;"

Αυτές είναι λογικές ερωτήσεις, για ανθρώπους που δεν έχουν  διεισδύσει στον τρόπο με τον οποίο οι Χριστιανοί αντιλαμβανόμαστε την Αγία Γραφή, και το πώς αυτή διαπλέκεται με την έννοια της Εκκλησίας. Ας δώσουμε λοιπόν μερικές απαντήσεις στους ανθρώπους αυτούς.

2. Η νοηματική Θεοπνευστία

Το πρώτο που πρέπει να θυμίσουμε, είναι αυτό που έχουμε επαναλάβει συχνά στις μελέτες μας: Ότι η Αγία Γραφή, δεν είναι "επί λέξει" Θεόπνευστη, αλλά ΝΟΗΜΑΤΙΚΑ Θεόπνευστη. Αυτή σημαίνει, ότι Θεόπνευστη δεν την κάνει η ακρίβεια των λέξεων, αλλά η ερμηνεία της Εκκλησίας! Ας θυμίσουμε εδώ τα λόγια του π. Ι. Ρωμανίδη:

«Εξ ορθοδόξου επόψεως, εκείνο το οποίον κάμνει το κείμενον θεόπνευστον δεν είναι αι αρχικαί λέξεις καθ' εαυτάς, αλλά η υπό των θεουμένων ερμηνεία του κειμένου, διότι όσον ακριβές προς το πρωτότυπον και αν είναι το κείμενον, εις χείρας μη θεουμένων και εκτός της κοινωνίας αυτών ευρισκομένων  δεν ωφελεί. Και τα ίδια τα υπό προφητών και αποστόλων ιδιοχείρως γραφόμενα και αν είχον αυτοί ίνα διαβάσουν και μελετήσουν, πάλιν κεκρυμμένον από αυτούς θα είναι το μέγα της ευσεβείας μυστήριον. Και τούτο, διότι θεόπνευστον δεν είναι το κείμενον καθ' εαυτό, αλλά θεόπνευστος είναι ο γράφων αυτό θεούμενος, ή θεόπνευστα τα περί θεουμένου γραφόμενα, αλλά μόνον, όταν υπό θεουμένου ερμηνεύονται». (Π. Ιω.Ρωμανίδου, Δογμ. και Συμβολική θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας', τόμ. Α΄ σ. 151.)

Αυτό σημαίνει, ότι δεν μας απασχολεί ιδιαίτερα στην Εκκλησία, αν η μετάφραση είναι πιστή στο αρχαιότερο κείμενο, ή στην αρχική γλώσσα στην οποία γράφτηκε το κείμενο. Αυτό που μας ενδιαφέρει πρώτιστα, είναι αν το υπό εξέτασιν χωρίο, αποδίδει σωστά την πίστη της Εκκλησίας! Γιατί εμείς, (σε αντίθεση με τους Προτεστάντες και τους Μουσουλμάνους), δεν θεωρούμε την Εκκλησία να εξαρτάται από το κείμενο της Αγίας Γραφής, αλλά αντιθέτως, κάθε κείμενο της Εκκλησίας, εξαρτάται από την Εκκλησία! "Ο στύλος και το εδραίωμα της αληθείας", (και κατά την Αγία Γραφή), δεν είναι η Αγία Γραφή, αλλά "η Εκκλησία"! Αλλά και γι' αυτό έχουμε πει πολλά σε άλλο άρθρο μας. Όταν λοιπόν, κάποια απόδοση είναι σύμφωνη με την πίστη της Εκκλησίας, δεν έχουμε κανένα πρόβλημα να την αποδεχθούμε, όχι απλώς όπως είναι, αλλά και ως ΑΚΡΙΒΕΣΤΕΡΗ από την πρωτότυπη απόδοσή της, όσον αφορά το πώς αυτή εκφράζει την πίστη της Εκκλησίας!

Δεν παραθεωρούμε το ότι ίσως πρωτότυπα γράφθηκε διαφορετικά, στην πρωτογενή του γλώσσα. Αυτή είναι μία χρήσιμη γνώση, όσον αφορά τη φιλολογική ή ιστορική, ή άλλου είδους ερευνητική μελέτη μας. Αλλά όσον αφορά την απόδοση της Χριστιανικής πίστης, φυσικά θα εμμείνουμε σε εκείνη την απόδοση που μας εκφράζει καλύτερα! Στην πίστη, δεν κάνουμε φιλολογία, αλλά αναζητούμε εκείνους τους τρόπους έκφρασης που εκφράζουν καλύτερα την πίστη μας! Ακόμα και αν αυτή η ακριβέστερη έκφραση έγινε από έναν μεταφραστή, που βρήκε μια λέξη για να εκφράσει την πίστη, καλύτερα ακόμα και από την αρχική γλώσσα! Και εδώ, βρίσκεται κάτι, που συχνά το συναντούν άνθρωποι των οποίων τα έργα, μεταφράζονται σε περισσότερες της αρχικής γλώσσας. Υπάρχουν σημεία στα γραφόμενά τους, τα οποία σε μία άλλη γλώσσα, εκφράζονται με ακόμα πιο "πετυχημένο" τρόπο απ' ό,τι στη μητρική τους! Και θαυμάζουν τη μετάφραση, που τελικά απέδωσε σε μια άλλη  γλώσσα, αυτό που είχαν κατά νου όταν έγραφαν, και που οι λέξεις της γλώσσας τους δεν τους βοηθούσαν να το εκφράσουν με τόση πληρότητα! Αυτό φυσικά είναι κάτι σπάνιο, (γιατί ΣΥΝΗΘΩΣ η μετάφραση σε άλλη γλώσσα αδικεί το νόημα), είναι όμως κάτι που συμβαίνει κάπου - κάπου, και που εξηγεί πολύ καλά, την επιμονή της Εκκλησίας σε ορισμένες λέξεις που ενδεχομένως μεταφράσθηκαν όχι και τόσο ακριβώς, σαν τη λέξη: "πρόσωπο" αντί της λέξης: "ρουθούνια" που προαναφέραμε.

Ας δώσουμε εδώ ένα παράδειγμα μιας ακριβέστερης απόδοσης που έγινε στην Αγία Γραφή, και με την ευκαιρία να δώσουμε και μία απάντηση σε μία ένσταση διαφόρων απίστων.

Πρόκειται για το εδάφιο: Ησαϊας 7/ζ: 14: "δια τούτο δώσει Κύριος αυτός υμίν σημείον‡ ιδού η παρθένος εν γαστρί έξει, και τέξεται υιόν, και καλέσεις το όνομα αυτού Εμμανουήλ". Έτσι αποδίδεται στους Ο΄, και είναι μια προφητεία για τη γέννηση του Κυρίου από την Παρθένο Μαρία. Μας λένε λοιπόν διάφοροι άπιστοι, ότι αν δούμε στην Εβραϊκή γλώσσα, από την οποία μεταφράσθηκε η εν λόγω λέξη, είναι η λέξη: "μπεθουλάχ", που σημαίνει την "ανύπανδρη κοπέλα" και όχι κατ' ανάγκην την "παρθένο". Συνεπώς, (μας λένε), η μετάφραση των Εβδομήκοντα εδώ είναι λάθος, και δεν υπάρχει προφητεία περί παρθενικής γεννήσεως του Χριστού, και κακώς οι απόστολοι χρησιμοποίησαν την εν λόγω λέξη τών Εβδομήκοντα ως προφητεία περί της παρθένου.

Στο συγκεκριμένο παράδειγμα, δεν θα κάνουμε εδώ ανάλυση, αλλά θα πούμε μόνο αυτά που οι άνθρωποι αυτοί ΘΕΛΟΥΝ να ξεχνούν. Όχι τόσο το ότι τελικά από την εκπλήρωση φανερώθηκε σαφώς η ακρίβεια της προφητείας, ούτε μόνο, το ότι στην εποχή εκείνη, η ανύπανδρη κοπέλα ήταν κατ' ανάγκην παρθένος στον Ισραήλ, γιατί υπήρχε αυστηρή νομοθεσία επ' αυτού. Αλλά κυρίως το ότι η μετάφραση αν και δεν ακριβολογούσε με τη φιλολογική έννοια, ήταν ακριβής ως προς το περιεχόμενο, και μάλιστα ακριβέστερη από την αρχική, όσον αφορά την έκφραση της Χριστιανικής πίστης στο συγκεκριμένο θέμα. Γι' αυτό και οι απόστολοι και η όλη Εκκλησία την προτίμησαν από την (επίσης σωστή και προφητικά εκπληρωμένη) Εβραϊκή φράση: "ανύπανδρη κοπέλα".

3. Οι δύο Εκκλησίες που είναι μία

Θα πει ίσως κάποιος: "Μα πώς λέτε ότι εκφράζετε εσείς οι Χριστιανοί την πίστη, σε κάποιες λέξεις, καλύτερα και από τους Ισραηλίτες, που είχαν την Παλαιά Διαθήκη ως πατρογονική τους παράδοση;"

Όμως δεν πρέπει να φαίνεται παράξενο, το ότι οι Χριστιανοί θεωρούν εαυτούς, τους συνεχιστές της Ιεράς Εβραϊκής Παραδόσεως, σε σημείο που να θεωρούν του εαυτούς τους, ως τους γνήσιους ερμηνευτές ακόμα και των βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης, που γράφθηκαν από Εβραίους.

Τόσο η Παλαιά Διαθήκη (μέσω των προφητειών της, από τα πρώτα κιόλας εδάφια της Γενέσεως), όσο και η Καινή Διαθήκη, μέσω της ιστορικής της αφήγησης, για τον αναμενόμενο Σωτήρα Ιησού Χριστό μιλούν. Φορείς της ίδιας παράδοσης είναι και οι δύο αυτές Εκκλησίες. Και η Εκκλησία του Ισραήλ, και η Εκκλησία του Χριστού. Γιατί φορέας της παραδόσεως αυτής, δεν είναι απλά αυτός που φέρει τα "Εβραϊκά γονίδια", ούτε αυτός που γεννήθηκε στους Αγίους Τόπους, ούτε ο σημερινός  Ιουδαίος. Αλλά αυτός που είχε την εν Χριστώ εμπειρία, τόσο στην Παλαιά, όσο και στην Καινή Διαθήκη. Αυτός δηλαδή που Τον ανέμενε στην Παλαιά, αλλά και αυτός που Τον ΑΠΟΔΕΧΘΗΚΕ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕ στην Καινή, και εντάχθηκε στο Σώμα Του. Γι' αυτό και το Μασοριτικό Κείμενο, αν και γράφθηκε από Εβραίους, απέτυχε να διαφυλάξει τα 10 Θεόπνευστα βιβλία της Αγίας Γραφής, που οι Χριστιανοί αποδεχόμαστε. Και η αξία του κειμένου αυτού, έγκειται κυρίως στην ακρίβεια κάποιων λέξεων, που διαφυλάχθηκαν λόγω της γλωσσικής συνέχειας της Εβραϊκής, και όχι λόγω παράδοσης. (Γι' αυτό είναι συχνά χρήσιμο να ανατρέχουμε σε λέξεις, παρά το ότι είναι και μεταγενέστερο, αλλά και "κουτσουρεμένο").

Αντιθέτως, η Εκκλησία του Χριστού, αν και ουσιαστικά μίλησε διαφορετική γλώσσα, από την Εβραϊκή γλώσσα της Παλαιάς Διαθήκης, (κυρίως την Ελληνική), διαφύλαξε το νόημα και την παράδοση αυτή, και "εγκεντρίσθηκε" στη θέση των αποκομμένων κλάδων του Ισραήλ, οι οποίοι απεκόπησαν απ' αυτή την Εκκλησία λόγω της απιστίας τους.

"Αν μερικά από τα κλαδιά αποκόπηκαν, εσύ μάλιστα, ενώ ήσουν αγριελιά, μπολιάστηκες ανάμεσα σ' αυτά, και έγινες ενεργά συμμέτοχη με τη ρίζα και με το πάχος τού ήμερου ελιόδεντρου, 18 μη καυχάσαι σε βάρος των κλαδιών· αν, όμως, καυχάσαι σε βάρος τους, εσύ δεν βαστάζεις τη ρίζα, αλλά η ρίζα εσένα.
19 Θα πεις, λοιπόν: Αποκόπηκαν τα κλαδιά, για να μπολιαστώ εγώ.
20 Καλώς· εξαιτίας τής απιστίας αποκόπηκαν, εσύ όμως στέκεσαι εξαιτίας τής πίστης." (Ρωμαίους 11/ια: 17-20).

Έχουμε λοιπόν ΕΝΑ δένδρο, με δύο ειδών κλαδιά: Εκείνα (οι φυσικοί Ισραηλίτες) που διαφύλαξαν την εν Χριστώ εμπειρία της Παλαιάς Διαθήκης, αποδεχόμενοι τον Ιησού Χριστό, και εκείνα που αν και δεν κατάγονται από τον λαό αυτό, δια της πίστεως στον Χριστό, πήραν τη θέση των Ισραηλιτών που απεκόπησαν από την Εκκλησία λόγω απιστίας, και έγιναν μέτοχοι των ζωογόνων χυμών του δένδρου αυτού, ενωμένοι εν Πνεύματι με το δένδρο αυτό της Εκκλησίας. Γιατί λέει ο Χριστός:

"Μείνετε ενωμένοι μαζί μου και εγώ ενωμένος μαζί σας. Όπως το κλήμα δεν μπορεί να φέρει καρπό από μόνο του, αν δεν μείνει ενωμένο με την άμπελο, έτσι κι εσείς, αν δεν μείνετε ενωμένοι μαζί μου. 5 Εγώ είμαι η άμπελος, εσείς τα κλήματα· εκείνος που μένει ενωμένος μαζί μου, και εγώ μαζί του, αυτός φέρνει πολύ καρπό· επειδή, χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε. 6 Αν κάποιος δεν μείνει ενωμένος μαζί μου, ρίχθηκε έξω, όπως το κλήμα, και ξεράθηκε· και τα μαζεύουν και τα ρίχνουν σε φωτιά, και καίγονται" (Ιωάννης 15/ιε: 4-6).

Δεν είναι λοιπόν η κατά σάρκα μετοχή σε έναν λαό, αυτό που δείχνει τον αληθινό φορέα μιας παράδοσης, αλλά αυτόν που παραμένει σε ενότητα με αυτή την παράδοση και με το κεντρικό θέμα αυτής της παράδοσης, που είναι Ο ΧΡΙΣΤΟΣ. Γιατί η Εκκλησία δεν ιδρύθηκε την Πεντηκοστή του 33 μ.Χ. Την Πεντηκοστή ιδρύθηκε η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ Εκκλησία. Η Εκκλησία όμως ήταν αρχαιότερη, και ήταν ως τότε η Εκκλησία του Ισραήλ. Και σε αυτή την Εκκλησία εγκεντρίσθηκαν οι λαοί που αποτελούν ως σήμερα την Εκκλησία. Και είναι ενσωματωμένοι στον Χριστό, και τρέφονται από τους ζωογόνους χυμούς Του, από το Πνεύμα Του. "Επειδή, όλοι εμείς βαπτιστήκαμε διαμέσου τού ενός Πνεύματος σε ένα σώμα, είτε Ιουδαίοι είτε Έλληνες είτε δούλοι είτε ελεύθεροι· και όλοι ποτιστήκαμε σε ένα Πνεύμα" (Α΄ Κορ. 12/ιβ: 13). και "επειδή, ένας άρτος, ένα σώμα είμαστε οι πολλοί· δεδομένου ότι, όλοι από τον έναν άρτο μετέχουμε" (Α΄ Κορ. 10/ι: 17).

Τόσο ο προ Χριστού πιστός λοιπόν, αυτός που έγραφε την Παλαιά Διαθήκη, όσο και ο μεταφραστής των Εβδομήκοντα, αλλά και ο απόστολος που επέλεξε να χρησιμοποιήσει τη μετάφραση αυτού μάλλον, και όχι το πρωτότυπο Εβραϊκό, αλλά και ο Χριστιανός του 4ου αιώνα που κατάρτισε τον Κανόνα της Αγίας Γραφής με τη σημερινή μορφή της, μέχρι και τον σημερινό Ορθόδοξο Χριστιανό, όλοι αυτοί είναι μέλος του Ιδίου Σώματος, της Εκκλησίας, διαποτισμένοι από τον ίδιο ζωογόνο "χυμό" του Αγίου Πνεύματος, λόγω της ένωσής τους με το Σώμα του Κυρίου Ιησού Χριστού.

Με ένα Πνεύμα (το οποίο ζωογονεί την Εκκλησία διαχρονικά), όλοι αυτοί, ο μεν έγραψε, ο δε μετέφρασε, ο τρίτος ερμήνευσε, και ο τέταρτος επέλεξε και κατάρτισε. Όλοι αυτοί, ζωντανά και νοήμονα "μέλη" του ιδίου Σώματος, σε άρρηκτη συνεργασία και ενότητα Πνεύματος και παράδοσης, εξέφρασαν και συνεχίζουν να εκφράζουν την πίστη της Εκκλησίας, και το βίωμα της εν Χριστώ ζωής, ως το τέλος των ημερών, κατά την επάνοδο του Κυρίου. ΕΙΝΑΙ Η ΙΔΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΠΟΥ ΥΠΗΡΧΕ ΑΔΙΑΣΠΑΣΤΑ, που υπάρχει και που θα υπάρχει στην αιωνιότητα. Γι' αυτό και σε συνεργασία, εκφράζουν αρμονικά την εν Χριστώ ζωή, ανεξαρτήτως διατυπώσεων και λέξεων κειμένων, με κριτήριο την εν Χριστώ εμπειρία

4. Η διαχρονική σύνδεση των ερμηνευτών

Ίσως και πάλι επιμείνει να ρωτάει όμως κάποιος: "Μα πώς είναι δυνατόν να αποδέχεστε ερμηνείες λέξεων που όχι μόνο μεταφράσθηκαν λάθος, αλλά και η έννοιά τους όταν καταγράφηκαν, αλλά και όταν μεταφράσθηκαν, ήταν διαφορετική από αυτή που τελικά τους αποδίδεται σήμερα από την Εκκλησία;"

Στους ανθρώπους αυτούς, που επιμένουν να βλέπουν τα πράγματα πίσω από τον μυωπικό φακό της απιστίας, θα θυμίσουμε ότι όσο βλέπουν τα πράγματα ΜΕ ΔΕΔΟΜΕΝΗ την ανυπαρξία Θεού, πάντα θα βρίσκουν προβλήματα. Γιατί αυτό τους το "δεδομένο", θα τους σκοτίζει τις απαντήσεις, και δεν θα τους επιτρέπει να δουν την πραγματικότητα. Και ενώ θα απαιτούν από εμάς αποδείξεις, για θέματα που εξαρτώνται από την προαίρεση και το ΒΙΩΜΑ, και όχι από την απόδειξη προς τρίτους, οι ίδιοι θα λαμβάνουν ως δεδομένη την απιστία τους, έστω και αν και αυτή είναι εξ ίσου αναπόδεικτη, αλλά επιπλέον και λειψή βιώματος!

Στους ανθρώπους αυτούς, θα θυμίσουμε λοιπόν, ότι ο Θεός στον Οποίο ΔΕΝ πιστεύουν, είναι άχρονος. Και πως το Πνεύμα του το ¶γιο που διαποτίζει την Εκκλησία, γνωρίζει όχι μόνο το παρελθόν και το παρόν όπως στα κτίσματα, αλλά και το μέλλον. Και γνωρίζει και αυτόν που γράφει την Αγία Γραφή, και αυτόν που θα τη μεταφράσει, και αυτόν που θα την ερμηνεύσει, και γνωρίζει και τις έννοιες των λέξεων, όχι μόνο όταν γράφεται η Γραφή, αλλά και μετά από χιλιετηρίδες, και την έννοια που θα έχουν και στο μέλλον ακόμα! Και εμπνέει και τον γράφοντα, και τον μεταφράζοντα, και τον ερμηνεύοντα, που βρίσκονται μέσα στο ίδιο εν Χριστώ βίωμα, ο ένας να γράψει, ο άλλος να μεταφράσει ακριβέστερα, ο τρίτος να δώσει μια εν Χριστώ έννοια στις λέξεις, και ο τέταρτος να το ερμηνεύσει με βάση αυτή την έννοια των λέξεων, με τρόπο που το Πνεύμα το ¶γιο είχε προβλέψει ότι θα συνέβαινε, που κατηύθυνε μάλιστα αυτή την αλληλουχία γεγονότων, ώστε να εκφρασθεί πληρέστερα η εν Χριστώ ζωή της Εκκλησίας σε κάποια συγγράμματα, χρήσιμα στην Εκκλησία.

Κατ' αυτόν τον τρόπο, ο Μωυσής έγραφε για τον Αδάμ: "φύσηξε στα ρουθούνια του", (όπως του έδειξε ότι συνέβη το ¶γιο Πνεύμα), ο μεταφραστής των Εβδομήκοντα μετά από 1300 χρόνια μετέφραζε: "στο πρόσωπό του", (όπως τον ενέπνευσε το Ίδιο ¶γιο Πνεύμα), οι Καππαδόκες Πατέρες μετά από άλλα 700 χρόνια, (με βάση την εν Αγίω Πνεύματι εμπειρία τους), άλλαζαν την έννοια της λέξεως "πρόσωπο", από "προσωπείο" στη σημερινή Χριστιανική του έννοια, και αργότερα ακόμα, άλλοι άγιοι Πατέρες, εκφράζοντας το φωτισμού του Ιδίου Πνεύματος, εξήγησαν το χωρίο αυτό, με τον τρόπο που προαναφέραμε. Όλοι αυτοί, κινούμενοι από το Ίδιο Πνεύμα, ως μέλη του ιδίου ΑΔΙΑΣΠΑΣΤΟΥ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΥ Σώματος, εξέφρασαν και διαμόρφωσαν αυτό που λέμε: Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας.

5. Πώς εξηγούνται τα λάθη;

"Και πώς θα ερμηνεύσουμε λοιπόν τα λάθη; Γιατί και λάθη έκαναν μέλη της Εκκλησίας, σε διάφορους τομείς. Και στη συγγραφή, και στη μετάφραση, και στην ερμηνεία πλήθους χωρίων της Αγίας Γραφής. Αν το ¶γιο Πνεύμα τους κατηύθυνε όλους αυτούς, πώς τους άφησε να κάνουν λάθη;" Είναι το επόμενο ερώτημα που θέτει ο άπιστος συνομιλητής μας, έτσι ώστε να φθάσουμε εκεί απ' όπου ξεκινήσαμε!

Απ' την αρχή δηλώσαμε, ότι η Θεοπνευστία της Αγίας Γραφής, δεν έγκειται στο γράμμα και στην ακρίβεια των λέξεων, αλλά στην ερμηνεία ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ! Εάν λοιπόν δεν κρύβεται στο γράμμα η Θεοπνευστία, γιατί θα έπρεπε να επεμβαίνει το ¶γιο Πνεύμα σε κάθε λάθος που υπάρχει; Από τη στιγμή που η ζωντανή Του παρουσία σε όλη την ιστορία της Εκκλησίας, εγγυάται την ορθή ερμηνεία των Ιερών Κειμένων, δεν υπήρχε καμία αναγκαιότητα, να γίνει μια "λέξη προς λέξιν" υπαγόρευση των Ιερών Κειμένων από τον Θεό. Τότε θα ήθελε ο Θεός "χριστιανούς του γράμματος", σαν τους Προτεστάντες, και όχι του Πνεύματος, σαν τα μέλη της Εκκλησίας Του. Μα ο Θεός αφήνοντας και λάθη στα Ιερά κείμενα και στη μετάφρασή τους, δίνει την έμφαση όχι στο γράμμα, αλλά στο πνεύμα, και επιτρέπει στον πιστό να αντλεί από την άπειρη σοφία Του, κατά το μέτρο της θέωσης, του φωτισμού, ή της κάθαρσης την οποία πέτυχε στη ζωή του. Και επιτρέπει και σ' εκείνους που ΘΕΛΟΥΝ να απιστούν, να βρίσκουν επαρκή (γι' αυτούς) στοιχεία, που να τους δίνουν το άλλοθι εκείνο που ζητούν, για να επιμείνουν στην απιστία τους. Για την Εκκλησία όμως, δεν υπάρχει λάθος, αλλά κακή ερμηνεία, σε όσους βρίσκουν προβλήματα. Γιατί η ερμηνεία της Εκκλησίας, είναι αυτή που δίνει τη λύση, και που κάνει την Αγία Γραφή Θεόπνευστη, δίνοντας το νόημα εκείνο που αρμόζει κατά το μέτρο που έφθασε και που χρειάζεται ο κάθε πιστός.

Όχι μόνο ο ερμηνευτής, αλλά και ο μεταφραστής, αλλά και ο συγγραφέας των Ιερών Κειμένων, διαμορφώνουν την έννοια των κειμένων αυτών, κατά το μέτρο στο οποίο έφθασε ο καθένας τους, στην εν Χριστώ ζωή. Και κατά το ίδιο μέτρο του καθενός τους, άλλος μετέφρασε ορθότερα, λόγω του υψηλού επιπέδου φωτισμού του, άλλος έκανε λάθη, και το ¶γιο Πνεύμα τον άφησε, είτε επειδή ο μεταφραστής αυτός δεν είχε πλήρες μέτρο Χάρης, είτε επειδή είχε φιλολογικές ελλείψεις, αλλά χωρίς δραματική αλλοίωση του κειμένου, είτε επειδή πάνω σε αυτό το λάθος δινόταν μελλοντικά μία ορθότερη ερμηνεία, πιο σύμφωνη με την πληρέστερη αποκάλυψη της Καινής Διαθήκης, είτε για να μη μπορεί κανείς να δικαιολογήσει μια σχέση "γράμματος" και όχι Πνεύματος με τα Ιερά Κείμενα.

Οι λόγοι είναι πολλοί, όπως πολλοί και οι συντελεστές ενός Ιερού Κειμένου, από τη συγγραφή ως τη μετάφραση και την ερμηνεία του. Και μέσα στους 72 μεταφραστές της μετάφρασης των Εβδομήκοντα, που αποδέχεται η Εκκλησία, άλλος ήταν αγιότερος από τον συνεργάτη του, και άλλος είχε περισσότερες ικανότητες γι' αυτό το έργο. Κι όπως το ¶γιο Πνεύμα, απεργάζεται ως θαυματουργική την εικόνα του ενός αγιογράφου, λόγω της αγίας ζωής του, αλλά όχι και του άλλου αγιογράφου, και όπως ακόμα και μεταξύ δύο εικόνων του ιδίου αγιογράφου, ο Θεός επιλέγει να θαυματουργήσει μεταξύ της μίας μόνο, έτσι και με τους συντελεστές των Ιερών Κειμένων. Σε άλλον άφησε λαθάκια. Σε άλλον όχι μόνο δεν άφησε, αλλά του έδωσε και επιπλέον έμπνευση, να δώσει ακόμα ακριβέστερη περιγραφή του εν Χριστώ βιώματός του, σε αυτή τη δημιουργική σχέση συνεργασίας του Θεού με τον άνθρωπο.

Το θέμα μοιάζει με την ψήφιση ενός νόμου! Δημιουργείται ένα νομοσχέδιο από κάποιον, στη Βουλή αποκτά νέα στοιχεία που ο αρχικός εμπνευστής του δεν είχε συμπεριλάβει σ' αυτόν τον νόμο, και ψηφίζεται συχνά λίγο διαφορετικός. Κατόπιν, ίσως κάποια αναθεώρηση ή δικαστήριο, "ερμηνεύουν" τον νόμο αυτό με τρόπο που να είναι σύμφωνος με το σύνταγμα, και που συχνά δεν σχετίζεται απόλυτα με την αρχική σύλληψη του εμπνευστή του. Όλοι αυτοί όμως, ως νομοθετικό σώμα, τελικά διαμορφώνουν τον νόμο σύμφωνα με το πνεύμα του Συντάγματος της χώρας, που διαποτίζει όλους τους νόμους.

Έτσι συμβαίνει και με ορισμένα χωρία της Αγίας Γραφής. Το Πνεύμα το ¶γιο, διαποτίζει την Εκκλησία, και με την πρόγνωσή Του και την Παντογνωσία Του, εμπνέει τα μέλη της διαχρονικής Εκκλησίας, διορθώνει τα ελλείποντα, και τη διατηρεί αλάθητο οδηγό προς τον Χριστό και προς τη σωτηρία μας. Έστω και αυτό γίνεται μέσα από μία περίπλοκη πολλές φορές διαδικασία αλληλοσυμπλήρωσης και αλληλοκάλυψης των μελών της, ακόμα και σε σημεία που ο μεταφραστής κάνει κάποια λάθος μετάφραση, ή ακόμα και σε σημεία που ο αρχικός εμπνευστής τους, δεν τα φανταζόταν καν, ότι θα ερμηνεύονταν με τον τρόπο που τελικά ερμηνεύθηκαν! Όπως για παράδειγμα το χωρίο: "Όταν ο Ισραήλ ήταν νήπιο, τότε εγώ τον αγάπησα, και από την Αίγυπτο κάλεσα τον γιο μου" (Ωσηέ 11/ια: 1). Πρόκειται για ένα εδάφιο που μιλάει σαφώς για τον Ισραήλ, και την έξοδό του από την Αίγυπτο. Και όταν ο Ωσηέ προφήτευε αυτά τα λόγια που του παρέδωσε το ¶γιο Πνεύμα, ΔΕΝ ΦΑΝΤΑΖΟΤΑΝ την κρυμμένη έννοια αυτής της φράσης! Όταν όμως ήρθε ο Χριστός, το Ίδιο ¶γιο Πνεύμα, φώτισε τους Αποστόλους να κατανοήσουν και αυτή την κρυμμένη προφητεία που δεν φαντάσθηκε ο Ωσηέ που την κατέγραψε, και μας εξηγεί ο Ευαγγελιστής Ματθαίος: "Και εκείνος, αφού σηκώθηκε, πήρε, μέσα στη νύχτα, το παιδί και τη μητέρα του, και αναχώρησαν στην Αίγυπτο· 15 και ήταν εκεί μέχρι τον θάνατο του Ηρώδη· για να εκπληρωθεί αυτό που ειπώθηκε από τον Κύριο διαμέσου τού προφήτη, λέγοντας: «Από την Αίγυπτο κάλεσα τον γιο μου»" (Ματθαίος 2/β: 14,15).

Μάλιστα, σε αυτή τη διαδικασία, το ¶γιο Πνεύμα, χρησιμοποιεί ακόμα και ΑΝΑΞΙΑ μέλη της Εκκλησίας Του, για να δώσει προφητική μαρτυρία για τους πιστούς! Ακόμα και μέσα από όχι απλά λάθη, αλλά και μέσα από ΔΡΑΜΑΤΙΚΑ ΛΑΘΗ, το ¶γιο Πνεύμα εργάζεται, για να δώσει την καταγραφή της εν Χριστώ ζωής της Εκκλησίας, και το Ευαγγέλιο της σωτηρίας. Ας δούμε ένα τέτοιο παράδειγμα:

"Μερικοί απ' αυτούς, όμως, πήγαν στους Φαρισαίους, και είπαν σ' αυτούς όσα έκανε ο Ιησούς. 47 Οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι συγκρότησαν, λοιπόν, συνέδριο, και έλεγαν: Τι κάνουμε; Επειδή, αυτός ο άνθρωπος κάνει πολλά θαύματα. 48 Αν τον αφήσουμε έτσι, όλοι θα πιστέψουν σ' αυτόν· και θάρθουν οι Ρωμαίοι και θα αφανίσουν και τον τόπο μας και το έθνος.
49 Ένας, μάλιστα, κάποιος απ' αυτούς, ο Καϊάφας, που ήταν αρχιερέας εκείνου τού χρόνου, τους είπε: Εσείς δεν ξέρετε τίποτε· 50 ούτε συλλογίζεστε ότι, μας συμφέρει να πεθάνει ένας άνθρωπος για χάρη τού λαού, και να μη χαθεί ολόκληρο το έθνος.
51 Και τούτο δεν το είπε από τον εαυτό του, αλλά επειδή ήταν αρχιερέας εκείνου τού χρόνου, προφήτευσε ότι ο Ιησούς επρόκειτο να πεθάνει χάρη τού έθνους· 52 και όχι μονάχα για χάρη τού έθνους, αλλά και για να συγκεντρώσει σε ένα τα διασκορπισμένα παιδιά τού Θεού.

53 Από την ημέρα εκείνη, λοιπόν, έκαναν συμβούλιο για να τον θανατώσουν" (Ιωάννης 11/α: 46-53).

Δείτε πόσο εκπληκτικό είναι αυτό! Ένας δολοφόνος, τη στιγμή που σχεδίαζε αυτό το δραματικό λάθος της δολοφονίας του Υιού του Θεού, έλαβε από το ¶γιο Πνεύμα προφητεία, επειδή ήταν ο αρχιερέας της χρονιάς! Και ενώ ο ίδιος ΑΛΛΟ ΕΝΝΟΟΥΣΕ, και ΑΛΛΟ ΣΚΕΦΤΟΤΑΝ τη στιγμή που τα έλεγε αυτά, το ¶γιο Πνεύμα τον είχε εμπνεύσει να κάνει αυτή τη διατύπωση στα λόγια του, ώστε να δώσει προφητεία για τη σταυρική θυσία του Χριστού! Και το ίδιο ¶γιο Πνεύμα ερμήνευσε τα λόγια του στους αποστόλους, δηλαδή στα μέλη της καινούργιας Εκκλησίας του Θεού, της Χριστιανικής, ώστε να μας παραδώσουν μια προφητεία την οποία ο εμπνευστής της δεν φαντάσθηκε!

Δικαίως σκανδαλίζονται μ' αυτά όσοι δεν πιστεύουν στον Θεό. Γιατί αμέτοχοι της εν Χριστώ ζωής, δεν διανοούνται την Παντοδυναμία και την Παντογνωσία του Αγίου Πνεύματος, και κρίνουν την Αγία Γραφή με όρους φιλολογικούς! Και αποκομίζει έτσι ο καθένας αυτό που του αρμόζει, και αυτό που ταιριάζει στην προαίρεσή του.

"Επειδή, ο λόγος τού σταυρού σ' εκείνους μεν που χάνονται είναι μωρία, σε μας, όμως, που σωζόμαστε είναι δύναμη Θεού.
19 Επειδή, είναι γραμμένο: «Θα φέρω σε απώλεια τη σοφία των σοφών, και θα αθετήσω τη σύνεση των συνετών».
20 Πού είναι ο σοφός; Πού είναι ο γραμματέας; Πού είναι ο συζητητής αυτού τού αιώνα; Δεν μώρανε ο Θεός τη σοφία αυτού τού κόσμου; 21 Επειδή, βέβαια, με τη σοφία τού Θεού ο κόσμος δεν γνώρισε τον Θεό διαμέσου τής σοφίας, ο Θεός ευδόκησε διαμέσου τής μωρίας τού κηρύγματος να σώσει αυτούς που πιστεύουν·
22 επειδή, και οι Ιουδαίοι σημείο ζητούν, και οι Έλληνες σοφία ζητούν·
23 εμείς, όμως, κηρύττουμε Χριστόν σταυρωμένον, για μεν τους Ιουδαίους σκάνδαλο, για δε τους Έλληνες μωρία· 24 στους ίδιους, όμως, τους προσκαλεσμένους, και τους Ιουδαίους και τους Έλληνες, τον Χριστό, Θεού δύναμη και Θεού σοφία.
25 Επειδή, το μωρό τού Θεού είναι σοφότερο από τους ανθρώπους· και το ασθενές τού Θεού είναι ισχυρότερο από τους ανθρώπους" (Α΄ Κορ. 1/α: 18-25).

Το ¶γιο Πνεύμα λοιπόν εργάζεται στην Εκκλησία, εμπνέοντας και επεξηγώντας έννοιες και εμπειρίες, χρησιμοποιώντας γι' αυτό τα μέλη της Εκκλησίας του Κυρίου, ακόμα και μέσα από τα λάθη τους!

"Μέχρις ότου όλοι ανεξαίρετα να φτάσουμε στην ενότητα της πίστης, και της επίγνωσης του Υιού τού Θεού, σε τέλειον άνδρα, σε μέτρο ηλικίας τού πληρώματος του Χριστού" (Εφεσίους 4/δ: 13).

΄πηγή http://www.oodegr.com/oode/grafi/kritiki/dyo_keimena1.htm

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2011

Είναι η Αγία Γραφή αλάθητη;

Είναι λάθος να συγχέεται η Θεοπνευστία της Αγίας Γραφής, με το "αλάθητο". Η Αγία Γραφή είναι αλάθητη ΜΟΝΟ σε θέματα σωτηρίας, και ΜΟΝΟ ερμηνευόμενη από την Εκκλησία, η οποία είναι και αυτή που έγραψε την Αγία Γραφή.

Οι περισσότεροι Προτεστάντες, συγχέουν τη Θεοπνευστία με το "αλάθητο". Ως συνέπεια αυτής της σύγχυσης, όχι μόνο παρερμηνεύουν την Αγία Γραφή, (εφόσον είναι ξεκομμένοι από την Εκκλησία), αλλά αυτές τις παρερμηνείες τους, προσπαθούν να τις αναγάγουν σε επιστημονικά αξιώματα, που δήθεν γράφτηκαν αλαθήτως από την Αγία Γραφή.

Ας δούμε πόσο λάθος είναι αυτή η άποψη, ότι δηλαδή η Αγία Γραφή είναι αλάθητη:

Η αλλοίωση των μεταφράσεων

Η Αγία Γραφή γράφτηκε σε δύο γλώσσες: Στην Ελληνική και στην Εβραϊκή. Κάθε γλώσσα, έχει τη δική της ιδιαίτερη έννοια για την κάθε λέξη, ιδιαίτερα για τις λέξεις με αφηρημένη έννοια. Εφόσον λοιπόν δεν γνωρίζουν όλοι Εβραϊκά και Ελληνικά, είναι λογικό να μεταφράζεται η Αγία Γραφή σε διάφορες γλώσσες. Όμως αυτές οι μεταφράσεις, ΠΑΝΤΑ αποτυγχάνουν να αποδώσουν το ακριβές νόημα των φράσεων και του σκεπτικού της πρωτότυπης γλώσσας. Όχι μόνο λόγω διαφορετικού εννοιολογικού "φορτίου" της κάθε λέξης σε κάθε γλώσσα, αλλά και λόγω των ιδιωματισμών της κάθε γλώσσας.

Αυτό σημαίνει, ότι η Αγία Γραφή, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι παραμένει όπως γράφτηκε, μόνο στη γλώσσα που γράφτηκε. Σημαίνει επίσης, ότι μόνο όποιος ξέρει Εβραϊκά και Ελληνικά, μπορεί να κατανοήσει το νόημα των λέξεων και των φράσεων, στην ακριβή πρωταρχική σημασία τους. Μάλιστα, ακόμα και ο Έλληνας, δεν κατανοεί Εβραϊκά, και ο Εβραίος δεν κατανοεί Ελληνικά. Κανείς λοιπόν δεν μπορεί να κατανοήσει ΟΛΟΚΛΗΡΗ την Αγία Γραφή ακριβώς όπως γράφτηκε, οποιαδήποτε γλώσσα κι αν γνωρίζει. Εκτός αν γνωρίζει τα Εβραϊκά και τα Ελληνικά ως μητρική του γλώσσα. Πόσοι τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν στον κόσμο;

 

Η αλλοίωση του χρόνου

Ακόμα και τότε όμως, υπάρχει και άλλο πρόβλημα. Τόσο στην Παλαιά, όσο και στην Καινή Διαθήκη, έχουν γίνει προσθήκες και αφαιρέσεις ή μετατροπές, σε διάφορα σημεία της. Βεβαίως είναι μετατροπές μικρής δογματικής σημασίας, εφόσον ξεκαθαρίζονατι από άλλα σημεία, όμως δεν παύουν να είναι ΔΙΑΦΟΡΕΣ. Και δυστυχώς δεν έχουμε τα πρωτότυπα, για να γνωρίζουμε όλες, και ακριβώς τις διαφορές αυτές.

Και την κατάσταση δυσκολεύει ακόμα περισσότερο, το ότι από τη συγγραφή της Αγίας Γραφής ως σήμερα, πέρασαν ΧΙΛΙΕΤΙΕΣ. Οι άνθρωποι τότε, είχαν διαφορετική αντίληψη για πολλά πράγματα. Και είχαν διαφορετική αντίληψη για την ακριβή έννοια της κάθε λέξης. Ακόμα, γράφτηκαν αυτά σε μια γλώσσα που σήμερα δεν χρησιμοποιείται πλέον. Και αυτό σημαίνει, ότι ακόμα και στα Εβραϊκά και τα Ελληνικά, ακόμα και αν κάποιος τα γνωρίζει ως μητρική του γλώσσα, δεν είναι δυνατόν να κατανοεί τις λέξεις με την ίδια ευκολία και έννοια που τις κατανοούσαν οι άνθρωποι της εποχής που τα έγραψαν! Και αν αυτό συμβαίνει στην Καινή Διαθήκη, που γράφτηκε "μόνο" 2000 χρόνια πριν, πόσο μάλλον στην Παλαιά, που άρχισε να γράφεται πριν από 3500 χρόνια!

 

Η αλλοίωση της μνήμης και της κατανόησης

Υπάρχει ένα παιδικό παιχνίδι, το "χαλασμένο τηλέφωνο". Λέει ένα παιδί σε ένα άλλο μια φράση ή μια ιστορία, και το ένα παιδί, τη λέει στο επόμενο, ανάλογα με το τι θυμόταν, και το το κατάλαβε. Όταν φθάνει στο τελευταίο παιδί η φράση ή η ιστορία, έχει υποστεί δραματικές αλλαγές, συχνά είναι εντελώς άσχετη με την αρχική!

Σκεφθείτε λοιπόν, ότι ο συγγραφέας ενός κειμένου της Αγίας Γραφής, συχνά μας γράφει αυτό που θυμόταν, ή αυτό που κατάλαβε από μια ομιλία, ή μια ιστορία. Μερικοί ακόμα, όπως ο Ευαγγελιστής Λουκάς, δεν ήταν καν αυτόπτες μάρτυρες των όσων έγραψαν, αλλά μας μεταφέρουν όσα "διερεύνησαν" από τους αυτόπτες, όπως ο Λουκάς παραδέχεται στην αρχή του βιβλίου του (Λουκάς 1/α: 2). Εκεί λέει: "καθώς παρέδοσαν ημίν οι απ' αρχής αυτόπται και υπηρέται γενόμενοι του λόγου". Έχουμε λοιπόν για παράδειγμα τον Χριστό που μίλησε, αυτόν που τον άκουσε και κατάλαβε όσα κατάλαβε, τον Λουκά, στον οποίο μεταφέρθηκαν αυτά τα λόγια, και τον τρόπο που τα κατάλαβε ο Λουκάς. Στη συνέχεια, έχουμε τον Λουκά να τα καταγράφει, και εμάς με τη σειρά μας, να τα διαβάζουμε, και να τα κατανοούμε με τους δικούς μας περιορισμούς και τις δικές μας προκαταλήψεις και αντιλήψεις. Πολύ δε περισσότερο, όταν αυτά καταγράφηκαν, πολλά χρόνια μετά από τον καιρό που ειπώθηκαν, και μεσολάβησε το "σφουγγάρι" της μνήμης!

Είναι προφανές από τα παραπάνω, ότι δεν είναι δυνατόν, αυτά που κατανοεί ο καθένας μας σε κάθε σημείο, να είναι αυτά ακριβώς που ακούστηκαν πράγματι από τον Χριστό! Για παράδειγμα, ο Λουκάς αναφέρει μια φράση του Χριστού από την "επί του όρους ομιλία", ως εξής: "μακάριοι οι πτωχοί, ότι υμετέρα εστίν η βασιλεία του Θεού" (Λουκάς 6/ς: 20). Αντιθέτως ο Ματθαίος την αναφέρει ως εξής: "μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών εστιν η βασιλεία των ουρανών" (Ματθαίος 5/ε: 3). Όπως μπορεί ο καθένας να αντιληφθεί, άλλο είναι "οι πτωχοί", και άλλο "οι πτωχοί το πνεύματι". Και έστω και αν ισχύουν και οι δύο αυτές φράσεις για τη Χριστιανική πίστη, δεν είπε ο Χριστός και τα δύο. Ένα από τα δύο είπε. Τι ακριβώς είπε; Είναι σαφές ότι τα λόγια του, μεταφέρθηκαν διαφορετικά, από τον έναν εκ των δύο Ευαγγελιστών! Γιατί εδώ, μεσολάβησε η προσωπική κατανόηση του μεταφέροντος τον λόγο του Χριστού, και η μνήμη του.

 

Λάθη στην Αγία Γραφή

Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν, ότι δεν είναι δυνατόν να ισχυρίζεται κάποιος, ότι "θεοπνευστία" σημαίνει "αλάθητο". "Η δύναμις του Κυρίου, εν ασθενεία τελειούται" (Β΄ Κορινθίους 12/ιβ: 9). Ο Θεός εκπληρώνει το σκοπό του, μέσα από την ανθρώπινη αδυναμία και τα λάθη. Και τότε είναι φανερό, ότι δεν είναι κανένας άνθρωπος ο αλάθητος οδηγός και φωστήρας, αλλά ΜΟΝΟ ο Θεός είναι Αυτός που μπορεί να οδηγήσει ασφαλώς την Εκκλησία Του.

Η Αγία Γραφή δεν είναι "υπαγορευμένο κείμενο". Οι συγγραφείς της, δεν είχαν τη συναίσθηση, ότι αυτό που έγραφαν θα ενσωματωθεί στην Αγία Γραφή. Έγραφαν περί της Αποκάλυψης του Θεού σε αυτούς. Δεν τους υπαγόρευσε ο Θεός την Αγία Γραφή, υπό τύπον προϊσταμένου και γραμματέως, όπως έχουν την εντύπωση πολλοί Προτεστάντες. Κατέγραψαν κάποια πράγματα ωφέλιμα, (είτε κατ' εντολήν του Θεού, είτε από μόνοι τους), στα οποία υπήρχε και Θεία Αποκάλυψη. Και αυτή η Θεία Αποκάλυψη που ΠΕΡΙΕΙΧΑΝ, τα έκανε να συγκαταριθμηθούν από την Εκκλησία ως "Θεόπνευστα". Δεν ήταν ολόκληρα "Θεία Αποκάλυψη". Αλλά ΠΕΡΙΕΙΧΑΝ Θεία Αποκάλυψη. Αυτό σημαίνει, ότι δεν είναι σωστό να θεωρούμε κάθε τους λέξη ως "αλάθητη". Αλλά μόνο εντός της παράδοσης της Εκκλησίας είναι δυνατόν να γίνει η ορθή κατανόηση του κειμένου.

Αν ο σκοπός του Θεού ήταν να είναι η Αγία Γραφή αλάθητη, ΘΑ ΕΙΧΕ ΑΠΟΤΥΧΕΙ! Γιατί έχοντας υπ' όψιν όλα τα παραπάνω προβλήματα που αναφέραμε, ΚΑΝΕΙΣ δεν είναι δυνατόν να τη διαβάσει, και να ισχυρισθεί ότι διαβάζει και αντιλαμβάνεται το ακριβές νόημα που είχε υπ' όψιν του ο συγγραφέας του κάθε βιβλίου της. Έστω και αν γνώριζε Ελληνικά η Εβραϊκά! Το ακριβές νόημα της Θείας Αποκάλυψης, δεν είναι δουλειά της Αγίας Γραφής, αλλά ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ συνολικά και διαχρονικά.

Αλλά η Αγία Γραφή, ως Θεόπνευστο σύγγραμμα, είναι γραμμένο με τη Θεία Πρόνοια. Και ΤΙΠΟΤΑ εκεί μέσα, δεν είναι τυχαίο. Ο Θεός δια της Εκκλησίας Του, φρόντισε να γραφεί και να μαζευτεί, οτιδήποτε χρειαζόταν για το σκοπό της Αγίας Γραφής.

Αυτό σημαίνει, ότι έχουν το σκοπό τους εκεί, ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΤΑ ΛΑΘΗ!

Το σκοπό θα μπορούσε να εξυπηρετεί ένα ολοφάνερο λάθος στην Αγία Γραφή; Μα φυσικά θα ήταν ο καλύτερος τρόπος, για να μας δείξει ο Θεός, ότι η Προτεσταντική άποψη της "αλάθητης" Αγίας Γραφής είναι λάθος! Ότι έτσι ο πιστός, δεν είναι δικαιολογημένος να "κολλάει" στην αιρετική Προτεσταντική άποψη: "Μόνο η αλάθητη Γραφή", αλλά πρέπει να ζητήσει βοήθεια κατανόησης από "τον στύλο και εδραίωμα της αληθείας, την Εκκλησία"! (Α΄ Τιμόθεον 3/γ: 15).

Ας δούμε λοιπόν ένα ολοφάνερο λάθος, για να πιστοποιήσουμε αυτό ακριβώς: Ότι η Αγία Γραφή, από μόνη της, αν ερμηνεύεται ξέχωρα από την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας, δεν διαφέρει από οποιοδήποτε άλλο βιβλίο, και περιέχει λάθη:

Γράφει ο Ματθαίος στο 27/κζ: 9: "Τότε επληρώθη το ρηθέν δια Ιερεμίου του προφήτου λέγοντος: Και έλαβον τα τριάκοντα αργύρια, την τιμήν του τετιμημένου ον ετιμήσαντο από υιών Ισραήλ"

Λοιπόν, ψάξτε όσο θέλετε τον Ιερεμία. Αυτό το εδάφιο δεν θα το βρείτε! Και ας γράφει ο Ματθαίος ότι το λέει ο Ιερεμίας. Πού είναι αυτό το εδάφιο; Βρίσκεται στον προφήτη Ζαχαρία! Γράφει ο Ζαχαρίας:

"και ερώ προς αυτούς: Ει καλόν ενώπιον υμών εστι, δότε στήσαντες τον μισθόν μου ή απείπασθε· και έστησαν τον μισθόν μου τριάκοντα αργυρούς" (Ζαχαρίας 11/ια: 12).

Είναι προφανές εδώ, ότι ο Ματθαίος έγραψε από μνήμης την προφητεία, και έκανε λάθος! Νόμιζε ότι την είχε διαβάσει στον Ιερεμία, αλλά την είχε διαβάσει στον Ζαχαρία! Συνεπώς, αυτά που έγραφε, δεν του τα υπαγόρευε ο Θεός. Δικά του ήταν! Δεν είναι δυνατόν ο Θεός να του υπαγόρευσε λάθος πληροφορία. Λέτε ο Θεός να μην ήξερε ποιος έγραψε την προφητεία στην πραγματικότητα; Όμως ο Θεός τον άφησε να κάνει αυτό το λάθος, για να είναι αυτό το λάθος σήμερα, ατράνταχτη απόδειξη, απέναντι στην αιρετική Προτεσταντική άποψη της αλάθητης Αγίας Γραφής!

 

Συμπέρασμα

Από τα παραπάνω, εξάγεται το ασφαλές συμπέρασμα, ότι το να απορρίπτει σήμερα κάποιος μια επιστημονική απόδειξη, επειδή νομίζει ότι διαβάζει κάτι διαφορετικό στην Αγία Γραφή, δεν είναι σωστό και Χριστιανικό. Η Αγία Γραφή δεν γράφτηκε για να μας δείξει επιστημονικά επιτεύγματα. Γράφτηκε για να μας πληροφορήσει για το σχέδιο σωτηρίας μας,  του Θεού εν Ιησού Χριστώ. Αν ήθελε ο Θεός να μας δώσει επιστημονικές πληροφορίες, βεβαίως θα μας έδινε μια εγκυκλοπαίδεια, και όχι την Αγία Γραφή.

Βεβαίως περιέχει και επιστημονικές πληροφορίες, στο βαθμό που κάτι είναι Θεία Αποκάλυψη. Αλλά όπως ήδη είπαμε, δεν είναι ΟΛΑ εκεί μέσα Θεία Αποκάλυψη. Το ίδιο συμβαίνει για κάθε πληροφορία της Αγίας Γραφής. ΤΑ ΠΑΝΤΑ στην Αγία Γραφή, πρέπει να κατανοούνται μέσα από το πνεύμα της Εκκλησίας, η οποία είναι η μόνη που μπορεί να δώσει τη σωστή διάσταση των γραμμένων, μια και η Αγία Γραφή είναι δικό της προϊόν. Διαφορετικά ο καθένας ερμηνεύει αυθαίρετα τα γραμμένα, με αποτέλεσμα σήμερα να υπάρχουν δεκάδες χιλιάδες Προτεσταντικές αιρέσεις στον κόσμο, που ΟΛΕΣ τους λένε ότι κατανοούν σωστά την Αγία Γραφή, αλλά ΟΛΕΣ τους, διαφέρουν η μία από τις άλλες.

Το φυσικό περιβάλλον της Αγίας Γραφής είναι η Εκκλησία. Και μόνο εν τη Εκκλησία, και με την εμπειρία των Αγίων της Εκκλησίας, η Αγία Γραφή αποβαίνει αλάθητος οδηγός ΣΩΤΗΡΙΑΣ.

 

N. M.

ΠΗΓΗ http://www.oodegr.com/oode/grafi/alathiti1.htm

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2011

Περί θεοπνευστίας

Του πρωτοπρεσβυτέρου Ιωάννη Σ. Ρωμανίδη (+)

Καθηγητή Πανεπιστημίου

Δυστυχώς σήμερα στην Ορθοδοξία υπάρχουν επιρροές παπικές και προτεστάντικες. Προσπαθούν να μας πείσουν είτε πως η Αγία γραφή είναι η μόνη πηγή πίστεως, είτε πως μόνο οι "εκπαιδευμένοι" και "διαβασμένοι" μπορούν να την ερμηνεύσουν.

Στην πραγματικότητα το μόνο κριτήριο ερμηνείας Θεόπνευστων γραφών είναι ο Φωτισμός και η Θέωση. Εαν κάποιος δεν βρίσκεται στην κατάσταση αυτή, τότε η οποιαδήποτε προσπάθεια ερμηνείας πιθανότατα θα πέσει στο κενό. βεβαίως σε κατάσταση φωτισμού και θέωσης δεν βρίσκονταν μόνο οι αρχαίοι Πατέρες αλλά και οι σημερινοί. Όμως πολλοί σήμερα, ενώ καμία σχέση δεν έχουν με αυτά έχουν την ψευδαίσθηση πως μπορούν να ερμηνεύσουν ΠΛΗΡΩΣ τα Θεόπνευστα κείμενα. Αυτό οφείλεται, απλά στον εγωϊσμό και την υπερηφάνεια τους. Ανθρωποι όπως ο Teillard de Chardin, στην παπική Εκκλησία, εφαρμόζοντας έναν κίβδηλο "επιστημονισμό", κατάφεραν να εισάγουν ΝΕΟΕΠΟΧΙΤΙΚΕΣ αντιχριστιανικές αντιλήψεις. Ορισμένοι δικοί μας "Ορθόδοξοι" θα ήθελαν να κάνουν το ίδιο.
 
 Όπως λέει και ο γιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος:
"Τι γαρ ακαθαρτότερον, ειπέ μοι, του μετά οιήσεως και υπερηφανίας διδάσκειν επιχειρούντος τα του Πνευματος άνευ Πνεύματος; Τι μιαρώτερον του μη μετανοήσαντος και προκαθάραντος εαυτόν, αλλά τούτο μεν αφέντος δια μόνης δε της ψευδωνύμου γνώσεως και της έξω σοφίας βουλομένου Θεολογείν και περί των όντων και αεί ωσαύτως όντων τολμηρώς διαλέγεσθαι;   " .
(Θεολογικός, 1, 271-277, S.C. 122, 116)
 
Βλέπουμε πως θεωρείται αμαρτία, ΜΙΑΣΜΑ, κατα τον Αγιο, η χωρίς να είμαστε καθαρισμένοι από τα πάθη, Θεολογική ερμηνεία.
 
Αλλού λέει :
"Ει γαρ δια γραμμάτων και μαθημάτων  η επίγνωσις της αληθούς σοφίας και της του Θεού γνώσεως έμελλεν ημίν,  αδελφοί, δίδοσθαι, τις ην άρα χρεία της πίστεως η του θείου βαπτίσματος η της των μυστηρίων αυτών μεταλήψεως; ουδεμία μενούν "
(Κεφάλαια θεολογικά και πρακτικά 3, 84-86, S.C. 51, 106-108)
 
Ας δούμε όμως, τι λέει ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης για την έννοια της Θεοπνευστίας.

 ____________________________________

 Ας πάμε τώρα στο θέμα της θεοπνευστίας. Μεταξύ των Προτεσταντών και των Παπικών έχει δημιουργηθή η εντύπωσις, η οποία έχει επηρεάσει πάρα πολύ την μοντέρνα Ορθόδοξη σκέψι ότι την Αγία Γραφή ο Θεός την έδωσε στην Εκκλησία. Σ' αυτό συμφωνούν όλοι και οι Προτεστάντες και οι Παπικοί και οι Ορθόδοξοι. Επί πλέον οι Ορθόδοξοι και οι Παπικοί συμφωνούν στο ότι ο Θεός έδωσε και την Ιερά Παράδοσι στην Εκκλησία. Οι Προτεστάντες στο θέμα της Παραδόσεως δείχνουν ότι αναθεωρούν μερικές από τις σκέψεις τους.

   Συμβαίνει όμως σήμερα, η Ορθόδοξη Εκκλησία να αντιμετωπίζει ένα παράξενο φαινόμενο: και στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη, αλλά και στην Παράδοση συναντά κανείς απόψεις, τις οποίες εδώ και τουλάχιστον 150 χρόνια η επιστήμη απέδειξε λανθασμένες με την πρόοδο στην έρευνα που είχαν κατ' εξοχήν οι θετικές επιστήμες. Αυτό βέβαια δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα σε έναν ο οποίος δεν καταλαβαίνει σωστά τι εννοούν οι Πατέρες όταν μιλάνε για θεοπνευστία. Αυτό το πρόβλημα αφορά κυρίως στην μελέτη της Αγίας Γραφής. 
 
 Στην Φράγκικη Παράδοσι που ακολούθησε τον Αυγουστίνο, η Αποκάλυψις ταυτίστηκε με την αποκάλυψι νοημάτων εκ μέρους του Θεού στον άνθρωπο. Μάλιστα, όχι μόνο νοημάτων, αλλά και ρητών, δηλαδή όρων και λέξεων, που συνοδεύουν τα ρήματα αυτά. Αν όμως δεχθή   κανείς αυτήν την άποψι τότε έχομε την λεγόμενη κατά γράμμα θεοπνευστία της Αγίας Γραφής, κατά την οποία ο Θεός εμφανίζεται να υπαγορεύη τρόπον τινά τα ρητά και τα νοήματα  στούς συγγραφείς της Αγίας Γραφής. ¶παξ όμως και υιοθετηθή αυτή η γραμμή, τότε συνάγεται ότι ουσιαστικά συγγραφεύς της Αγίας Γραφής είναι ο ίδιος ο Θεός και όχι οι Προφήτες ή οι Ευαγγελισταί.
 
  Επειδή λοιπόν η Δυτική Θεολογία ακολούθησε αυτήν την γραμμή, προκλήθηκε μεγάλο πρόβλημα με την  εμφάνιση της μοντέρνας επιστήμης, η οποία ανέτρεψε ωρισμένες θέσεις της Αγίας Γραφής, όπως π.χ. την ηλικία του κόσμου, οπότε είναι σαν να αποδεικνύεται ψεύστης ο Θεός σε εκείνα που ο ίδιος υπαγόρευσε, παλαιότερα.

  Η κοινή άποψις που έχει επικρατήσει περί θεοπνευστίας είναι ότι το έργο της θεοπνευστίας περιορίζεται μόνο σε ό,τι  έχει κατατεθή μέσα στην Αγία Γραφή. Όταν λέμε θεοπνευστία, έρχεται αμέσως στο νού μας η Αγία Γραφή, δηλαδή οι Προφήτες και οι Απόστολοι. Αν τώρα κανείς είναι και συντηρητικός, θα έλθη στο μυαλό του και καμμία Οικουμενική  Σύνοδος, εκτός από την Αγία Γραφή . Διότι για έναν τέτοιο άνθρωπο και οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων είναι θεόπνευστες. Και, αν είναι περισσότερο συντηρητικός, φέρνει στον νου του και τους Πατέρες της Εκκλησίας. Αν είναι ακόμα πιο συντηρητικός, φέρνει στο νου του τους Κανόνες της Εκκλησίας, την Λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, και τα ράσα και τα καλυμμαύχια. Αυτός ο τελευταίος είναι πλήρως συντηρητικός. Αν δηλαδή το 50 είναι η βάσις και το 100 το μέγιστο, αυτός πιάνει το 100. Έχει δηλαδή 100 κιλά συντηρητικότητος! 
 
  Εκείνο που έχει όμως σημασία είναι τούτο: Η θεοπνευστία έχει επικρατήσει να θεωρήται ότι καλύπτει ένα μεγάλο μέρος του χώρου της εκκλησιαστικής ζωής, αν όχι ολόκληρο τον χώρο αυτόν. Στην δε σύχρονη Ορθόδοξη Θεολογία υπάρχει μεγάλη σύγχισις επάνω στο θέμα αυτό. Στο τι είναι, τι σημαίνει δηλαδή θεοπνευστία και πού είναι η θεοπνευστία.
 
  Εκεί που συμφωνούν όλοι οι Χριστιανοί, Ορθόδοξοι και αιρετικοί, είναι ότι η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστη. Ακόμη βέβαια δεν εξετάζομε το τι είναι η θεοπνευστία, κατά πόσον δηλαδή η Αγία Γραφή είναι όντως θεόπνευστη. Πρός το παρόν ας κρατήσωμε τούτο: Ότι η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστη.
 
 Βάσει λοιπόν αυτού ισχύει εκείνο που αναφέρεται μέσα στην Αγία Γραφή, ότι δηλαδή ο Χριστός υπεσχέθη στους Αποστόλους ότι θα έστελνε το Πνεύμα το ¶γιο, το Οποίο θα τους οδηγούσε «εις πάσαν την αλήθειαν» [Ιω 16, 13]. Οπότε ο Χριστός είναι Εκείνος που αποστέλλει το Πνεύμα το ¶γιον και Εκείνο είναι που οδηγεί εις πάσαν την αλήθειαν.
 
  Τώρα όμως τίθεται το ερώτημα : σε ποιούς ακριβώς δίνει ο Χριστός το Πνεύμα το ¶γιο και ποιούς ακριβώς οδηγεί στην πλήρη αλήθεια;
 
 Οι Παπικοί απαντούν και λένε ότι το Πνεύμα το ¶γιον εδόθη κατ' αρχήν εις τους Αποστόλους και μέσω των Αποστόλων το λαμβάνουν και όλοι οι επίσκοποι, όταν χειροτονούνται και ότι εις Αυτό μετέχουν και οι παπάδες κατά κάποιον τρόπον. Αυτή η πεποίθησις εις τους Παπικούς φαίνεται καθαρά στον τρόπο χειροτονίας των επισκόπων τους, κατά την οποίαν λένε οι χειροτονούντες επίσκοποι στον χειροτονούμενο: Λάβε Πνεύμα ¶γιον! Αυτό δίνει την εντύπωσι ότι ο χειροτονούμενος είχε ζήσει την όλη μέχρι τότε ζωή του χωρίς Πνεύμα ¶γιο, το οποίο παίρνει εκείνην την στιγμή της χειροτονίας του. 
 
  Το ερμηνευτικό έργο της Αγίας Γραφής είναι αναμφισβήτητα έργο του Αγίου Πνεύματος. Το ¶γιο πνεύμα είναι Εκείνο που καθοδηγεί τους ερμηνευτές στην ορθή ερμηνεία της Αγίας Γραφής. Πώς όμως γίνεται αυτό το πράγμα;

  Συνήθως στην ιατρική επιστήμη, όταν λέμε ότι το τάδε φάρμακο θεραπεύει την τάδε αρρώστια, γνωρίζουν, από προηγηθείσες έρευνες και πώς λειτουργεί θεραπευτικά το φάρμακο αυτό μέσα στόν οργανισμό. Σε κάθε επιστήμη, όταν λέμε ότι κάτι συμβαίνει, αυτό το  κάτι συνήθως μπορεί να εξακριβωθή.
 
 Εδώ όμως έχομε το ερώτημα: Πώς το Πνεύμα το ¶γιο καθοδηγεί, ποιους καθοδηγεί και σε τι συνίσταται αυτή η καθοδήγησις;  Εκείνο που λένε μερικοί ότι, όταν μία Οικουμενική Σύνοδος αποφασίσει κάτι, αυτό είναι αλήθητο, επειδή η Οικουμενική Σύνοδος  είναι θεόπνευστη κλπ., είναι σαν να μας υποχρεώνουν να δεχθούμε ως αλάθητη διδασκαλία ό,τι αποφασίζει και διακηρύσσει μία Οικουμενική Σύνοδος. Αυτό είναι και το πνεύμα περί του αλάθητου του Πάπα.
 
 Βέβαια είναι σωστό ότι μια Οικουμενική Σύνοδος είναι αλάθητη, ότι διδάσκει αλαθήτως, ότι είναι ωφέλιμη για την πίστι μας κλπ. Ναι, αλλά πώς γίνεται και είναι αλάθητη; Γιατί είναι αλάθητη; Γιατί οι αποφάσεις της είναι αλάθητες;
 
 Η μοντέρνα Ορθόδοξη θεολογία μιλάει πάρα πολύ για θεοπνευστία. Από όσα έχω διαβάσει, βλέπω να μιλάνε περί θεοπνευστίας, αλλά δεν έχω βρει περιγραφή της θεοπνευστίας εκείνης για την οποία μιλάνε. Είπαμε ότι και οι Ορθόδοξοι και οι Παπικοί και οι Προτεστάντες συμφωνούν στο ότι η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστος. Τι σημαίνει όμως θεοπνευστία; Και, εάν σώζεται κάπου, που σώζεται;
 
Θα πει όμως κάποιος: Καλά, θεόπνευστοι ήταν μόνο οι Προφήτες και οι Απόστολοι; Μετά τους Αποστόλους δεν έχομε θεόπνευστους ανθρώπους; Δεν έχομε θεόπνευστα συγγράμματα εκτός της Αγίας Γραφής; Και, εάν ναι, ποιοι είναι αυτοί οι θεόπνευστοι άνθρωποι; Και αν υπάρχουν, πώς ξέρομε ότι είναι θεόπνευστοι; Οι προφήτες ξέρομε ότι ήσαν θεόπνευστοι. Ομοίως και οι Απόστολοι ήσαν θεόπνευστοι. Εκτός όμως από αυτούς, ποιοι άλλοι ήσαν ή είναι θεόπνευστοι; Επίσης ποια είναι τα διάφορα στάδια αυτής της θεοπνευστίας, και πώς διακρίνονται; Πώς ο άνθρωπος εμπνέεται από τον Θεόν και πώς ξέρομε ότι ένας είναι εμπνευσμένος από τον Θεόν και όχι από τον Διάβολον ή από φαντασιοπληξίες;  
 
   Ο Χριστός, όταν είπε ότι θα μας δώση το Πνεύμα το ¶γιο, το οποίο θα μας οδηγήση εις πάσαν την αλήθειαν, δεν μιλούσε για Οικουμενικές Συνόδους. Δεν είπε δηλαδή ότι αυτό θα γίνεται στις Οικουμενικές Συνόδους της  Εκκλησίας. Αυτό δηλαδή το καινόν περί του αλαθήτου των Οικουμενικών Συνόδων δεν περιλαμβάνεται μέσα στην Αγία Γραφή. Ο Χριστός είπε απλά ότι το Πνεύμα το ¶γιον θα είναι Εκείνο που θα μας οδηγήση  στην πλήρη αλήθεια. Προηγουμένως όμως, πριν δηλαδή από αυτό, είπε ότι εάν έχετε αγάπη μεταξύ σας, εγώ και ο Πατέρας μου θα έλθωμε και θα κατοικήσωμε μέσα σας, καθώς επίσης είπε ότι τώρα, με βλέπετε, αλλά αργότερα δεν θα με βλέπετε. Αλλά, εάν έχετε αγάπη, πάλι θα με βλέπετε. Και, το Πνεύμα θα έλθη να κατοικήση μέσα σας και θα σας οδηγήση εις πάσαν την αλήθειαν.
 
    Όλα αυτά που λέγει ο Χριστός και αναφέρονται στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη και που τα διαβάζουν οι παπάδες την Μεγάλη Πέμπτη, είναι βασικά κεφάλαια. Αλλά γιατί είναι βασικά κεφάλαια; Αυτή η προσευχή του Ιησού, η Αρχιερατική, γιατί έχει τόσο μεγάλη σημασία; Γιατί προσεύχεται ο Χριστός για την ενότητα των Αποστόλων; Για ποια ένωσι προσεύχεται; Μήπως των Εκκλησιών; Ποια ένωσις είναι αυτή; Αυτό, το «οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν», όταν το λέγη ο Χριστός, το εννοεί ασφαλώς μέσα σε ωρισμένα πλαίσια. Ποια είναι τα πλαίσια αυτά;
 
  Τα κεφάλαια αυτά, 14 έως 17, του  κατά Ιωάννη  Ευαγγελίου κάνουν ολόκληρη ανάπτυξη περί της πνευματικής καταστάσεως των Αποστόλων σε σχέσι με την αγάπη και αναφέρουν ποια θα είναι τα αποτελέσματα της αγάπης. Η πλήρης μορφή όμως της αγάπης αποκαλύπτεται στην εμπειρία της  θεώσεως. Η θέωσις είναι  η πλήρης μορφή της αγάπης. Δι' αυτής της αγάπης, που πηγάζει από την εμπειρία της θεώσεως, γίνεται η πλήρης θεραπεία του ανθρώπου.

  Η αγάπη αυτή αρχίζη να ενεργήται, όταν έλθη το Πνεύμα το ¶γιον μέσα στον άνθρωπο, οπότε γίνεται ο άνθρωπος κατοικητήριο και ναός του Αγίου Πνεύματος. Και, όταν έλθη το Πνεύμα το ¶γιο και κατοικήση μέσα στόν άνθρωπο ,φέρνει μαζί Του και τον Πατέρα και τον Υιόν. Τότε στον άνθρωπο κατοικεί ολόκληρη η Αγία Τριάδα. Αλλά πώς γνωρίζει ο άνθρωπος ότι έγινε ναός του Αγίου Πνεύματος; Πώς γίνεται αυτή η διαπίστωσις; Ο αληθινός πνευματικός πατέρας γνωρίζει πότε ένα πνευματικό του παιδί έχει λάβει το ¶γιο Πνεύμα και έχει γίνει ναός του Αγίου Πνεύματος. Έχομε συγκεκριμένα Πατερικά κριτήρια στο θέμα αυτό. Ποιά είναι αυτά;
 
 Όταν ο Χριστός μιλάει για την έκχυση του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία και στους πιστούς, δεν μιλάει αφηρημένα, δεν μιλάει ότι θα το στείλη σε όλη την Εκκλησία γενικά. Ούτε ότι, επειδή οι δεσποτάδες και οι παπάδες έχουν μία αλληλοδιαδοχή με τις χειροτονίες, θα το λάβη γενικά όλη η Εκκλησία. Ούτε εννοεί ότι εξ' αιτίας της χειροτονίας των επισκόπων υπάρχει οπωσδήποτε η εγγύησις ότι το Πνεύμα το ¶γιο θα κατοικήση μόνιμα μέσα στην Ιεραρχία. Διότι, δεν είναι η ύπαρξις του επισκόπου η εγγύησις ότι μία Σύνοδος εμφορείται από το ¶γιο Πνεύμα. Απόδειξις είναι ότι υπήρξαν μέσα στην Εκκλησία πολλοί επίσκοποι, που κατεδικάσθησαν ως αιρετικοί. Αν είχαν εκείνοι οι επίσκοποι Πνεύμα ¶γιο, δεν θα έπεφταν σε αίρεσι. ¶ρα, δεν είναι η εις επίσκοπον χειροτονία κάποιου απόδειξις ούτε εγγύησις ότι στον επίσκοπο αυτόν κατοικεί οπωσδήποτε το ¶γιο Πνεύμα. ¶ρα, δεν είναι η Χάρις της Αρχιεροσύνης εκείνη που οδηγεί την Εκκλησία «εις πάσαν την αλήθειαν». 
 
 Ο Χριστός μιλάει εδώ για κάτι άλλο. Οι Πατέρες λένε καθαρά ότι ο Χριστός εδώ μιλάει για δύο καταστάσεις. Από το ένα μέρος μιλάει για την φώτιση και από το άλλο μέρος μιλάει για την θέωσι. Όταν λέγη ο Χριστός ίνα πάντες έν ώσι, για ποιους μιλάει; Για τους Αποστόλους βέβαια. Δηλαδή παρακαλεί τον Πατέρα να γίνουν οι Απόστολοι «έν , καθώς έν εσμέν» [Ιω 17,11]. Δέν λέγει εις, αλλά έν.
 
Πώς όμως ο Πατήρ, ο υιός και το ¶γιο Πνεύμα είναι έν; Απάντησις: Είναι ενωμένοι εις έν, κατά την δόξαν (ενέργειαν) και κατά την ουσίαν. Κατά τα Πρόσωπα, τις υποστάσεις, δεν είναι ενωμένοι. Διότι τα Πρόσωπα  στην Αγία Τριάδα, λένε οι Πατέρες, είναι ακοινώνητα μεταξύ τους. Τα κοινά στην Αγία Τριάδα είναι η ουσία και η φυσική ενέργεια της ουσίας, δηλαδή η Δόξα.
 
Και κατά τι είναι έν ο Πατήρ, ο Υιός και το ¶γιον Πνεύμα, με το οποίον έν και εμείς θα γίνωμε έν, δηλαδή και μεταξύ μας και με την Αγία Τριάδα; Ποιο θα είναι αυτό το κοινό γνώρισμα; Απάντησις: Είναι το έν κατά την δόξαν.
 
  Δηλαδή, όπως ο Πατήρ, ο Υιός και το ¶γιον Πνεύμα είναι ένα κατά την δόξαν, διότι έχουν κοινήν την δόξαν, έτσι και εμείς θα γίνωμε ένα, όταν όλοι μας μετάσχωμε στην δόξα του Θεού, όταν δηλαδή όλοι μας ή όσοι από εμάς γίνουν άξιοι, γίνουν μέτοχοι της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, του ακτίστου Φωτός. Διότι, όταν ένας άνθρωπος δοξάζεται, τότε γίνεται κοινωνός της ακτίστου δόξης της Αγίας Τριάδος, οπότε ενώνεται και με την Αγία Τριάδα, αλλά και με όσους συνανθρώπους είναι εκείνη την στιγμή ενωμένοι και εκείνοι με την δόξαν του Θεου.
 
 Οπότε εκείνο, για το οποίο προσεύχεται ο Χριστός στον Μυστικό Δείπνο είναι, πρώτα - πρώτα για την κάθαρσι τους, μετά για την φώτισι τους και τέλος για την θέωσι τους. Επομένως το «οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν» αναφέρεται όχι γενικά σε όλους τους ανθρώπους, αλλά ειδικά σε όσους θα λάβουν μέρος στην εμπειρία της θεώσεως. Δηλαδή, όταν ο άνθρωπος φθάση στην θέωσι, τότε μόνον οδηγείται εις πάσαν την αλήθειαν. Επομένως η πάσα αλήθεια (όχι περί του κτιστού κόσμου, αλλά περί του Θεού) γίνεται μόνη στην εμπειρία της θεώσεως.
 
 Επειδή όλοι οι Πατέρες είχαν αυτήν την εμπειρία ή παρόμοια, διότι είτε ήσαν σε κατάστασι φωτισμού είτε σε κατάστασι θεώσεως, γι' αυτό και όλοι τους έχουν την ίδια ακριβώς αντίληψι για την Αγία Γραφή και  κάνουν όλοι τους την ίδια ερμηνεία στην Αγία Γραφή στα βασικά της σημεία και την ίδια ερμηνεία στα κείμενα των άλλων Πατέρων της Εκκλησίας.
 
  Από τα παραπάνω τι συνάγεται; Όσοι βρίσκονται σε κατάστασι φωτισμού ή θεώσεως, αυτοί είναι θεόπνευστοι ή δεν είναι θεόπνευστοι; Απάντησις: Αυτοί φυσικά είναι θεόπνευστοι. Διότι θεοπνευστία σημαίνει τι; Σημαίνει να είναι κάποιος εμπνευσμένος από τον Θεόν. Εν αντιδιαστολή προς τι; Προς το να είναι κανείς εμπνευσμένος από τον διάβολο και τους δαίμονες. Εκείνος θα είναι διαβολόπνευστος και δαιμονόπνευστος.
 
 Η υψηλότερη μορφή της Αποκαλύψεως όσον αφορά στην θεοπνευστία, ήταν εκείνη  που συνέβη στους Αποστόλους κατά την ημέρα της Πεντηκοστής. Το κλειδί λοιπόν της Ορθοδόξου θεολογίας σχετικά με την θεοπνευστία είναι η Πεντηκοστή. Εάν κανείς μπορέσει να κατανοήσει την σημασία της Πεντηκοστής για την Πατερική παράδοση, τότε και θεολόγος να μην είναι, τουλάχιστον θα ξέρει τι είναι Θεολογία και τι θεολόγος. Όπως δεν χρειάζεται να είναι κανείς γιατρός για να ξέρει τι είναι Ιατρική επιστήμη και τι είναι γιατρός, κατά τον ίδιο τρόπο  κάποιος μπορεί να ξέρει τι είναι Θεολογία, ποιος είναι ο θεολόγος και  ποιος είναι ο θεολογών, χωρίς να είναι ο ίδιος θεολόγος ή θεολογών.
 

 

Ιωαννου Σ. Ρωμανίδου, "Πατερική Θεολογία" , Εκδόσεις Παρακαταθήκη, 2004, σελ 115 -124, Πρόλογος Πρωτοπρ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού,  Επιμέλεια - Σχόλια: Μοναχού Δαμασκηνού Αγιορείτου

πηγή http://www.oodegr.com/oode/grafi/theopn1.htm

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2011

Η Ερμηνεία της Αγίας Γραφής

Κάποιοι αδελφοί πήγαν στον Αββά Αντώνιο και του ανέφεραν ένα ρητό από το Λευιτικό. Βγήκε λοιπόν ο γέρων στην έρημο και τον ακολούθησε ο Αββάς Αμμωνάς κρυφά, γνωρίζοντας τη συνήθειά του. Ο γέρων απομακρύνθηκε πολύ, στάθηκε γιά προσευχή και φώναξε δυνατά:  «Θεέ μου, στείλε μου τον Μωυσή να μου εξηγήση αυτό το ρητό.» Και ακούσθηκε φωνή, οπού μιλούσε μαζί του. Είπε λοιπόν ο Αββάς Αμμωνάς: «Τη φωνή οπού μιλούσε μαζί του, την άκουσα. Αλλά το νόημα του λόγου δεν το έμαθα».

Πήγαν κάποτε μερικοί γέροντες στον Αββά Αντώνιο και ήταν ο Αββάς Ιωσήφ μαζί του. Και θέλοντας ο γέρων να τους δοκιμάση, τους πρόβαλε ένα ρητό της Γραφής και άρχισε, από τους πιο νέους, να τους ρωτά για το νόημά του. Και καθένας απαντούσε, κατά τη δύναμή του. Ο δε γέρων έλεγε στον καθένα: «Δεν το βρήκες». ΄Υστερα από όλους, λέγει στον Αββά Ιωσήφ: «Συ τι έχεις να πεις πάνω σ' αυτό το ρητό;» Αποκρίνεται εκείνος: «Δεν ξέρω». Λέγει λοιπόν ο Αββάς Αντώνιος: «Πάντως ο Αββάς Ιωσήφ βρήκε τον δρόμο, γιατί είπε, δεν ξέρω'.» (Από το Γεροντικό, εκδ. Αστήρ, Αθήναι 1999, σ. 15, παρ. κε΄ και σελ. 12, παρ. ιστ΄.)

Τα κείμενα της Αγίας Γραφής, εν προκειμένω της Καινής Διαθήκης, δεν είναι απλώς κείμενα φιλολογικά. Προ παντός, είναι κείμενα εκκλησιαστικά. Η Εκκλησία συνέγραψε αυτά τα κείμενα και η Εκκλησία μπορεί να τα ερμηνεύσει αυθεντικά.

Εκκλησία είναι οι άγιοι που αποτελούν κοινωνία με την Κεφαλή της, τον Κύριο Ιησού Χριστό. Εκκλησία είναι η ενότητα της Κεφαλής, δηλαδή του Χριστού και των αγίων, τα μέλη του Σώματος Του, σύμφωνα με τη διδασκαλία του απ. Παύλου: «Υμείς δε εστε σώμα Χριστού και μέλη εκ μέρους."
(1 Κορινθ. κεφ. 12, Κολοσσ. 1: 18, Εφεσ. κεφ 4) Σύμφωνα με τη διδασκαλία του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, μέλη του Σώματος του Χριστού είναι οι βαπτισμένοι και βεβαιόπιστοι Χριστιανοί, που ζουν οργανικά ενωμένοι με την Κεφαλή. Ως κατοικητήρια του Αγίου Τριαδικού Θεού, οι άγιοι είναι φορείς της Παραδόσεως, της αδιαλείπτου δηλαδή ενέργειας του Παναγίου Πνεύματος, που υπάρχει μέσα στην Εκκλησία και την κατευθύνει «εις πάσαν την αλήθειαν» - Ιω 16: 13, επ. Ιούδα, 3.

Επομένως, η Καινή Διαθήκη και γενικότερα η Αγία Γραφή, ως κείμενο εκκλησιαστικό, φυλάσσεται στους κόλπους της Εκκλησίας και ερμηνεύεται από αυτήν. Βεβαίως, οι διάφορες άλλες γνώσεις (ιστορικές, φιλολογικές, κ.λπ.,) μπορούν να είναι χρήσιμες και βοηθητικές, αλλά πρέπει να τονισθεί ότι μόνον εκείνοι που έχουν το ΄Αγιο Πνεύμα μπορούν να ερμηνεύσουν τη διδασκαλία των Αποστόλων, απλούστατα γιατί αυτοί έχουν την ίδια εμπειρία. Και αυτοί οι πραγματικοί ερμηνευτές των Γραφών μπορεί να είναι αλιείς και αγράμματοι. ΄Όμως, το ΄Αγιο Πνεύμα τους φωτίζει να κατανοήσουν το βάθος του χωρίου.1

«΄Ολη η Αγία Γραφή λέμε ότι διαιρείται σε σάρκα και σε πνεύμα, σαν να είναι ένας πνευματικός άνθρωπος. Και εκείνος που λέει ότι το γράμμα της Γραφής είναι σάρκα  και το νόημά του ότι είναι πνεύμα, δηλαδή ψυχή, δεν κάνει λάθος. Και είναι φανερά σοφός εκείνος που άφησε το φθειρόμενο μέρος και δόθηκε ολότελα στο άφθαρτο.

«Σ' εκείνους που μελετούν με μεγάλη επιμέλεια τις θείες Γραφές, ο Κύριος παρουσιάζεται να έχει δύο μορφές. Η μία είναι κοινή και πιο δημώδης και [όχι] σε λίγους θεατή, και σ' αυτήν αναφέρεται η φράση: Τον είδαμε και δεν είχε ωραιότητα ούτε κάλλος'.
(Ψαλμ. μθ΄ 14, ριε΄ 8) Η άλλη είναι πιο μυστική και λίγοι τη φτάνουν, όσοι έχουν γίνει ήδη όμοιοι με τους αγίους αποστόλους Πέτρο και Ιωάννη, μπροστά στους οποίους μεταμορφώθηκε ο Κύριος με λαμπρότητα που υπερβαίνει την αίσθηση. Με τη μορφή αυτή είναι ωραίος περισσότερο από όλους τους υιούς των ανθρώπων.' (Ψαλμ. μδ΄ 3)»2

Η αυθεντική λοιπόν  ερμηνεία των Γραφών είναι θέμα πνευματικής ζωής.  Ο όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός γράφει: «Και απλώς πάσα γραφή και πας λόγος Θεού ή Αγίου τινός ή των αισθητών ή των νοητών κτισμάτων σκοπόν έχει εν εαυτώ κεκρυμμένον. Ου μόνον δε αλλά και πας ανθρώπινος λόγος. Και ουδείς γινώσκει τον νουν του τυχόντος ρητού, ει μη δι' αποκαλύψεως.» « ...; μετά ταπεινώσεως και συμβουλής των εμπείρων, έργω μάλλον ή λόγω μαθείν, τα δε σεσιγημένα υπό των θείων Γραφών μηδ' όλως ζητείν ...;.Και πως τολμά τις ειπείν ότι γινώσκω τον σκοπόν του Θεού τον εν ταις θείαις Γραφαίς κεκρυμμένον, χωρίς αποκαλύψεως του Υιού αυτού;»3

Όσοι χρησιμοποιούν την κοσμική σοφία και μάθηση λαμβάνουν ένα μικρό μόνο μέρος αυτής της γνώσεως, ενώ όσοι διαθέτουν πνευματική γνώση, έχουν όλη τη γνώση: «Το πηγαδι του Ιακώβ είναι η Γραφή. Το νερό είναι η θεία γνώση που περιέχει η Γραφή. Το βάθος είναι το δυσκολοπλησίαστο νόημα των γραφικών αινιγμάτων ...;.Το δοχείο της αντλήσεως, δηλαδή η μάθηση, παίρνει ένα ελάχιστο μέρος της γνώσεως και αφήνει το όλον που με κανένα λόγο δεν πιάνεται. Ενώ η κατά χάρη γνώση έχει το σύνολο - και μάλιστα χωρίς μελέτη - της δυνατής για ανθρώπους σοφίας, η οποία αναβλύζει ανάλογα με τις ανάγκες.»4

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς επανειλημμένα αναφέρει ότι οι άγιοι Πατέρες είναι οι ασφαλείς θεολόγοι της Εκκλησίας. ΄Οσοι έφτασαν στη θεωρία του ακτίστου Φωτός, ενώθηκαν με Αυτό και απέχτησαν το «θεολογείν ασφαλώς». Γράφει χαρακτηριστικά: « ...;η προς το  υπερφαές φως υπερφυής ένωσις, παρ' ης μόνης εγγίνεται και το θεολογείν ασφαλώς.»5

Εξηγεί ο καθηγητής π. Ιω. Ρωμανίδης: «Εξ ορθοδόξου επόψεως, εκείνο το οποίον κάμνει το κείμενον θεόπνευστον δεν είναι αι αρχικαί λέξεις καθ' εαυτάς, αλλά η υπό των θεουμένων ερμηνεία του κειμένου, διότι όσον ακριβές προς το πρωτότυπον και αν είναι το κείμενον, εις χείρας μη θεουμένων και εκτός της κοινωνίας αυτών ευρισκομένων  δεν ωφελεί. Και τα ίδια τα υπό προφητών και αποστόλων ιδιοχείρως γραφόμενα και αν είχον αυτοί ίνα διαβάσουν και μελετήσουν, πάλιν κεκρυμμένον από αυτούς θα είναι το μέγα της ευσεβείας μυστήριον. Και τούτο, διότι θεόπνευστον δεν είναι το κείμενον καθ' εαυτό, αλλά θεόπνευστος είναι ο γράφων αυτό θεούμενος, ή θεόπνευστα τα περί θεουμένου γραφόμενα, αλλά μόνον, όταν υπό θεουμένου ερμηνεύονται.»6

Ωστόσο, οι άγιοι «ου πάντα σκοπόν Θεού περί εκάστου πράγματος ή γραφικού λόγου γινώσκουσιν ...;», διότι «ο Θεός ακατάληπτός εστι και η σοφία αυτού ουκ έχει πλήρωμα»7. «Ο ούτως ευρεθείς εν θεωρία θεούμενος και θεόπνευστος δεν γίνεται απλανής φιλόσοφος ή επιστήμων, αλλ' απλανής θεολόγος. Περί Θεού ομιλεί απλανώς, αλλά δεν καθίσταται αλάθητος περί της δομής και των μυστηρίων του σύμπαντος.»8

Συνεπώς, η Αγία Γραφή δεν μπορεί να ερμηνευθεί  η να προσεγγισθεί αποκομμένη από την Παράδοση της Εκκλησίας. Όπωσδήποτε δε, δεν αρκεί η διανοητική κατανόηση της, η οποία μπορεί να αποτελεί και διαστροφή του λόγου του Θεού. Ας μη λησμονούμε όσα γράφει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Υπάρχουν μερικοί ακάθαρτοι δαίμονες που μόλις αρχίσει κάποιος τη μελέτη της Αγίας Γραφής, του αποκαλύπτουν την ερμηνεία της. Τούτο ιδιαίτερα αγαπούν να το κάνουν σε καρδιές κενοδόξων ανθρώπων και μάλιστα μορφωμένων με την κατά κόσμον παιδεία. Και αποσκοπούν να τους ρίξουν σε αιρέσεις  και βλάσφημες ιδέες, απατώντας τους σιγά - σιγά ...;.»9

  


Παραπομπές

1. Βλ. Αρχιμ. Ιεροθ. Βλάχου, Η Αποκάλυψη του Θεού', εκδ. Ιερ. Μον. Γενεθλίου της Θεοτόκου, 1991, σ 72, 73.

2. Αγ. Μάξιμου του Ομολογητού, Α΄εκατοντάδα προς Θαλάσσιο',  91, 97, Φιλοκαλία στη νεολληνική,  τομ. 2ος, εκδ. Το Περιβόλι της Παναγίας, 1988

3. Φιλοκαλία', εκδ. Παπαδημητρίου, τομ. Γ΄, σ. 96, 97.

4. Αγ. Μαξίμου του Ομολογητού, Δ΄ εκατοντάδα διαφόρων κεφαλαίων', 29.- Φιλοκαλία στη νεοελληνική,  Τομ. 2ος, εκδ. Το Περιβόλι της Παναγίας, 1988, σ. 172.

5. Αγ. Γρηγ. Παλαμά, έργα ΕΠΕ, τομ. 2ος, σ. 182.

6. Π. Ιω.Ρωμανίδου, Δογμ. και Συμβολική θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας', τομ Α΄ σ. 151.

7. Οσίου Πέτρου του Δαμασκηνού, Βιβλίο πρώτο' ,Φιλοκαλία, εκδ. Παπαδημητρίου, τομ. Γ΄ σ. 157.

8. Π. Ιω. Ρωμανίδης, Κριτική θεώρησις των εφαρμογών της θεολογίας' εις  «Πρακτικά Δευτέρου συνεδρίου Ορθοδόξου Θεολογίας.», σελ. 434.

9. Ιω. Σιναίτου, Κλίμαξ',  Λόγος ΚΣΤ΄ Περί Διακρίσεως - Β΄  36, εκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, 1994 σ. 316.



πηγή http://www.oodegr.com/oode/grafi/grafi4.htm

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2011

Είναι τα τέσσερα Ευαγγέλια η μόνη πηγή πίστεως;

Πρόσφατα διαβάσαμε με έκπληξη μια άποψη, που υποστηρίζει ότι η πηγή της πίστεώς μας, είναι τα λόγια του Ιησού Χριστού, που έχουν καταγραφεί στα Ευαγγέλια, από τους τέσσερις ευαγγελιστές. Και με την ευκαιρία αυτή, θα παρουσιάσουμε εδώ τους λόγους που μια τέτοια άποψη είναι εσφαλμένη και αιρετική.

Ο αιρετικός αυτός ισχυρισμός, λέει τα εξής:

"Πηγή της πίστης είναι μόνο ο Ιησούς. Οι τέσσερις ευαγγελιστές είναι άνθρωποι, αλλά διασώζουν τον λόγο του Χριστού. Δεν αναπτύσσουν ερμηνευτική του λόγου του Χριστού, όπως κάνουν όλοι οι υπόλοιποι Χριστιανοί συγγραφείς στην ιστορία, συμπεριλαμβανομένων και των συγγραφέων της Καινής Διαθήκης".

Ας απαντήσουμε σε αυτό τον ισχυρισμό:

Πρώτον: Αυτοί όμως που τα λένε αυτά, ξεχνούν ότι ο λόγος του Χριστού μέσω των Ευαγγελιστών, δεν μεταδόθηκε αυτούσιος. Αλλά ο καθένας τον αντιλήφθηκε με τον δικό του τρόπο. Πάντα όταν ακούμε κάτι, μεσολαβεί η προσωπική αντιληπτική διαδικασία, που προσαρμόζει αυτό που ακούμε, στις προσωπικές συνθήκες το καθενός μας.  Αυτούσιο λόγο του Χριστού δεν έχουμε ΠΟΥΘΕΝΑ ΓΡΑΜΜΕΝΟ τεκμηριωμένα. Γιατί κανείς δεν μπορεί να μας διαβεβαιώσει, ότι τα λόγια αυτά ειπώθηκαν ακριβώς όπως καταγράφτηκαν. Και μόνο η Εκκλησία μας διαβεβαιώνει, ότι αυτά που καταγράφτηκαν είναι έγκυρα και σωστά, έστω και αν διατυπώθηκαν διαφορετικά. Όλα όσα γνωρίζουμε, πέρασαν μέσα από την αντίληψη και την ΕΡΜΗΝΕΙΑ των Ευαγγελιστών. Και ως απόδειξη, ας δούμε ένα παράδειγμα:

Ο πρώτος μακαρισμός στον Ματθαίο είναι: «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών εστιν η βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 5/ε΄ 3).

Όμως ο Λουκάς γράφει κάτι διαφορετικό: «Μακάριοι οι πτωχοί, ότι υμετέρα εστιν η βαισιλεία του Θεού» (Λουκάς 6/ς΄ 20).

Η διαφορά μεταξύ: «πτωχού τω πνεύματι» και απλώς «πτωχού», είναι μεγάλη. Είναι προφανές ότι εδώ, άλλο κατάλαβε ο Λουκάς, και άλλο ο Ματθαίος από τα λόγια του Χριστού. Είναι προφανές ότι τα όσα έγραψαν, πρώτα τα «φιλτράρισαν» με βάση την προσωπική τους κατανόηση. Και παρά το ότι εδώ αυτό είναι εμφανές, δεν είναι εμφανές αυτό πάντα στα σημεία που δεν γίνεται αντιπαράθεση των λόγων των ευαγγελιστών.

Δεύτερον: δεν είναι μόνο τα Ευαγγέλια που περιλαμβάνουν τον λόγο του Χριστού. Έχουμε για παράδειγμα την Αποκάλυψη, όπου είναι σαφώς γραμμένο: «Εγώ ειμι ο πρώτος και ο έσχατος και ο ζων, και εγενόμην νεκρός, και ιδού ζων ειμι εις τους αιώνας των αιώνων, και έχω τας κλείς του θανάτου και του άδου. Γράψον ουν α είδες, και α εισι και α μέλλει γίνεσθαι μετά ταύτα» (Αποκάλυψις 1/α΄ 17-19). ρα έχουμε εδώ σαφέστατα τα λόγια του Χριστού, και μάλιστα ΑΜΕΣΑ ΓΡΑΜΜΕΝΑ.

Όμως δεν είναι μόνο η Αποκάλυψη και τα Ευαγγέλια που περιείχαν αυτά τα λόγια, γιατί ο ίδιος ο Χριστός, σύμφωνα με τους Ευαγγελιστές, είπε και τα εξής: «Ταύτα λελάληκα υμίν παρ' υμίν μένων· Ο δε παράκλητος, το Πνεύμα το γιον ό πέμψει ο πατήρ εν τω ονόματί μου, Εκείνος υμάς διδάξει πάντα και υπομνήσει υμάς πάντα α είπον υμίν.» (Ιωάννης 14/ιδ΄ 25,26).

Εδώ είναι σαφές, ότι εκτός από αυτά που ο Χριστός «λάλησε στους μαθητές όταν ήταν μαζί τους», θα δίδασκε και θα υπενθύμιζε και ο Παράκλητος, το γιο Πνεύμα, ΚΑΙ ΜΕΤΑ την αναχώρηση του Χριστού. ρα το να λέει κάποιος ότι μόνο τα Ευαγγέλια περιέχουν το λόγο του Χριστού, είναι ΑΝΤΙΘΕΤΟ από τον ίδιο τον λόγο του Χριστού δια των Ευαγγελίων!

Και αυτό δεν παρέμεινε κενός λόγος. Το γιο Πνεύμα έδωσε την Πεντηκοστή στους παρισταμένους άμεση διδασκαλία, δια των αποστόλων (Πράξεις 2/β΄). Και συνέχισε να δίνει άμεσα από τον Θεό ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ και διδασκαλία προς την Εκκλησία, όπως σαφώς αναφέρει ο Παύλος στην Α΄ Κορινθίους 12/ιβ΄ 7-11:

«7 Εκάστω δε δίδοται η φανέρωσις του Πνεύματος προς το συμφέρον. 8 ω μεν γαρ δια του Πνεύματος δίδοται λόγος σοφίας, άλλω δε λόγος γνώσεως κατά το αυτό Πνεύμα, 9 ετέρω δε πίστις εν τω αυτω Πνεύματι, άλλω δε χαρίσματα ιαμάτων εν τω αυτω Πνεύματι, 10 άλλω δε ενεργήματα δυνάμεων, άλλω δε προφητεία, άλλω δε διακρίσεις πνευμάτων, ετέρω δε γένη γλωσσών, άλλω δε ερμηνεία γλωσσών· 11 πάντα δε ταύτα ενεργεί το εν και το αυτό Πνεύμα, διαιρούν ιδία εκάστω καθώς βούλεται»

Ο ίδιος ο Ιωάννης, που υπήρξε άμεσος ακροατής του Χριστού σε όλα αυτά, γράφει τα εξής: «20 και υμείς χρίσμα έχετε από του αγίου, και οίδατε πάντα. 21 ουκ έγραψα υμίν ότι ουκ οίδατε την αλήθειαν, αλλ' ότι οίδατε αυτήν, και ότι παν ψεύδος εκ της αληθείας ουκ έστι ...; . 27 και υμείς, το χρίσμα ό ελάβατε απ' αυτού, εν υμίν μένει, και ου χρείαν έχετε ίνα τις διδάσκη υμάς, αλλ' ως το αυτό χρίσμα διδάσκει υμάς περί πάντων, και αληθές εστι και ουκ έστι ψεύδος, και καθώς εδίδαξεν υμάς μενείτε εν αυτω» (Α΄ Ιωάννου 2/β΄ 20,21,27). Δείχνει εδώ ότι πράγματι το γιο Πνεύμα, συνέχισε να διδάσκει και μετά την αναχώρηση του Χριστού, το λόγο του Χριστού, και ότι αυτός ο λόγος δεν παρέμεινε στα Ευαγγέλια.

Είναι λοιπόν σφάλμα το να αποκλείει κάποιος τα υπόλοιπα βιβλία της Αγίας Γραφής, επειδή περιέχουν ερμηνευτικό σχολιασμό, επειδή ΑΥΤΟ ΙΣΟΔΥΝΑΜΕΙ ΜΕ ΑΡΝΗΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ο Οποίος είπε σαφώς ότι η διδασκαλία του λόγου Του δεν περιορίζεται στα όσα είπε όταν ήταν εδώ, αλλά θα συνεχιζόταν και μετά. Επίσης ΙΣΟΔΥΝΑΜΕΙ ΜΕ ΑΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ως Παρακλήτου, που θα δίδασκε τον λόγο του Χριστού και μετά. Και να θυμίσουμε και τα εξής λόγια του Χριστού:

«18 και επί ηγεμόνας δε και βασιλείς αχθήσεσθε ένεκεν εμού εις μαρτύριον αυτοίς και τοις έθνεσιν. 19 όταν δε παραδώσωσιν υμάς, μη μεριμνήσητε Πως ή τι λαλήσετε· δοθήσεται γαρ υμίν εν εκείνη τη ωρα τι λαλήσετε. 20 ου γαρ υμείς εστε οι λαλούντες, αλλά το Πνεύμα του πατρός υμών το λαλούν εν υμίν» (Ματθαίος 10/ι΄ 18-20). Σαφέστατα εδώ αναφέρει ο Ματθαίος τα λόγια του Χριστού, ότι ΚΑΙ ΜΕΤΑ θα διδάσκονται οι Χριστιανοί από το γιο Πνεύμα, και όχι μόνο από το λόγο του Χριστού όταν ήταν στη γη, ή από τα Ευαγγέλια. Μάλιστα θα λαλεί δι' αυτών ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ.

Η Εκκλησία δεν θεωρεί αλάθητο το λόγο κανενός ανθρώπου. Ούτε των αποστόλων. Το να λέει όμως κάποιος ότι οι ερμηνείες του Παύλου δεν είναι θεόπνευστες (θεόπνευστες και όχι αλάθητες), είναι πολύ χονδρό. Ο ίδιος ο Παύλος, όχι μόνο πήρε άμεσα από τον Θεό τα όσα κήρυττε, (δια του Αγίου Πνεύματος που λέγαμε), αλλά μάλιστα  για να είναι σίγουρος, ΤΑ ΣΥΓΚΡΙΝΕ με τα όσα κήρυτταν και δίδασκαν οι απόστολοι, για να είναι σίγουρος ότι δεν κάνει λάθος! Γράφει ο ίδιος:

«2 ανέβην δε κατά αποκάλυψιν· και ανεθέμην αυτοίς το ευαγγέλιον ό κηρύσσω εν τοις έθνεσι, κατ' ιδίαν δε τοις δοκούσι, μήπως εις κενόν τρέχω ή έδραμον» (Γαλάτας 2/β΄ 2).

Και ΑΝΕΒΗΚΕ ΚΑΤΑ ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΝ. Το ίδιο το γιο Πνεύμα τον έστειλε! Για να διαβεβαιώσει έτσι όλους όσους αργότερα θα τον θεωρούσαν υποδεέστερο από τους άλλους αποστόλους.

Ως παράδειγμα (από τα πολλά που θα μπορούσαμε να θέσουμε), της σχέσης του Παύλου με το γιο Πνεύμα, θα δώσουμε το εξής: «Το δε Πνεύμα ρητώς λέγει ότι εν υστέροις καιροίς αποστήσονταί τινες της πίστεως» (Α΄ Τιμόθεον 4/δ΄ 1). Δεν ήταν ο Παύλος «μεταπράτης» της Θείας Αποκαλύψεως. Ήταν ΑΜΕΣΟΣ ΑΠΟΔΕΚΤΗΣ των λόγων του Χριστού εν Αγίω Πνεύματι. Και κάθε αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του, αποτελεί αμφισβήτηση προς το γιο Πνεύμα.

Όχι μόνο στον Παύλο, αλλά και στις Συνόδους της Εκκλησίας, ενεργεί το ¶γιο Πνεύμα, όπως φαίνεται για παράδειγμα στην ίδια την πρώτη Αποστολική Σύνοδο της Ιερουσαλήμ. Ο ίδιος ο Λουκάς στις Πράξεις, γράφει τα λόγια της πρώτης κιόλας Συνόδου, ότι το ¶γιο Πνεύμα το θέλησε έτσι, και όχι ο λόγος του Χριστού: «έδοξε γαρ τω Αγίω Πνεύματι και ημίν μηδέν πλέον επιτίθεσθαι υμίν βάρος πλήν των επάναγκες τούτων» (Πράξεις 15/ιε΄ 28).

Σε όλη την ιστορία ο Χριστός και το ¶γιο Πνεύμα εξακολουθούν να μιλούν στους Χριστιανούς, και οι Χριστιανοί το έχουν καταγράψει. Θα θυμίσουμε για παράδειγμα, τα λόγια του Κυρίου προς τον άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη, τα οποία κατέγραψε: «Κράτει τον νουν σου εις τον ¶δη και μη απελπίζεσαι» («¶γιος Σιλουανός ο Αθωνίτης», γέροντος Σοφρωνίου).

Έχουμε  άμεση αποκάλυψη του Θεού προς τους αγίους της κάθε εποχής στην Εκκλησία Του. Και αυτό ακριβώς κάνει τη διαφορά. Η Θεία Αποκάλυψη δεν έγινε μόνο τότε, αλλά ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΣΕ ΚΑΘΕ ΑΓΙΟ. Η Θεοπνευστία δεν έχει σταματήσει. Ο Χριστός το είπε. Όχι εμείς.

Τρίτον: Όσον αφορά τους 4 Ευαγγελιστές: Από τους 4, μόνο ο Ματθαίος και ο Ιωάννης ήταν αυτόπτες των λόγων του Χριστού. Ο Λουκάς τα άκουσε από άλλους. Ο δε Μάρκος, δεν ήταν παρών σε όλα όσα είπε και έκανε ο Χριστός, αλλά τα έμαθε από αλλού. ρα οι Ευαγγελιστές (αν θέλει κάποιος να μιλήσει για άμεσους ακροατές των λόγων του Χριστού), γίνονται 2. Και αυτοί, έγραψαν όσα θυμόντουσαν, και όπως τα κατάλαβαν (τα ερμήνευσαν). Καμία αξιοπιστία λοιπόν δεν έχουν από μόνοι τους, αν θελήσουμε να δεχθούμε τα λόγια τους, χωρίς την εγγύηση της Εκκλησίας.

Πέραν αυτού, τον καιρό εκείνο, κυκλοφορούσαν πλήθος ευαγγελίων. Το ότι μόνο αυτά η Εκκλησία δέχθηκε ως έγκυρα, δείχνει ότι Η ΕΚΚΛΗΣΊΑ εγγυήθηκε γι' αυτά. Έχουμε δηλαδή την Εκκλησία ως ΕΓΓΥΗΤΗ των λόγων του Χριστού, και όχι μεμονωμένους αποστόλους.

Αυτό λέει και ο Παύλος, απόστολος τον οποίο έστειλε ο ίδιος ο Χριστός: «εστίν εκκλησία Θεού ζώντος, στύλος και εδραίωμα της αληθείας.» (Α΄ Τιμόθεον 3/γ΄ 15).

Ξεκινώντας λοιπόν από τα Ευαγγέλια, αποδείξαμε ΑΠΟ ΑΥΤΑ, ότι το να περιορίζει κάποιος τη Θεοπνευστία μόνο σε αυτά, είναι αντίθετο από τα λόγια του ιδίου του Χριστού. Και μάλιστα, ότι χωρίς την εγγύηση της Εκκλησίας, ούτε τα Ευαγγέλια δεν είναι αξιόπιστα προς αποδοχήν. Γιατί η Χριστιανική πίστη δεν στηρίζεται σε γραπτά κείμενα, αλλά στην ΕΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙ ζωή των αγίων. Κάθε υποβιβασμός αυτής της ΖΩΝΤΑΝΗΣ σχέσεως των αγίων με το γιο Πνεύμα, υποβιβάζει τη Χριστιανική πίστη σε απλό ιδεολόγημα, και σε Προτεσταντική εξάρτηση από το γράμμα και όχι από το Πνεύμα «ος και ικάνωσεν ημάς διακόνους καινής διαθήκης, ου γράμματος, αλλά πνεύματος· το γαρ γράμμα αποκτείνει, το δε πνεύμα ζωοποιεί.» (Β΄ Κορινθίους 3/γ΄ 6).

Όποιος δεν δέχεται τη διδασκαλία του Αγίου Πνεύματος την ΜΕΤΑ την πρώτη παρουσία του Χριστού, πέφτει σε πλήθος σφαλμάτων, αντιφάσεων και αιρέσεων:

  1. Αρνείται το λόγο του Χριστού που μιλάει για διδασκαλία από το ¶γιο Πνεύμα και ΜΕΤΑ.

  2. Αρνείται το ρόλο του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία.

  3. Αρνείται το ρόλο της ίδιας της Εκκλησίας ως Σώμα του Χριστού, που διατηρεί το λόγο Του.

  4. Υποβαθμίζει τον Χριστό σε «μουσειακό απολίθωμα», ανίκανο να συνεχίσει να διδάσκει το λόγο του στην Εκκλησία, με την οποία ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ «πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθαίος τελευταία εδάφια του Ευαγγελίου).

Ελπίζουμε ότι τα παραπάνω αποτελούν επαρκή στοιχεία για κάθε λογικό αναγνώστη, ώστε να απορρίψει μια τέτοια πλάνη, αποδοχή μόνο τεσσάρων Ευαγγελίων.

πηγή http://www.oodegr.com/oode/grafi/pigi1.htm

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2011

Είναι η Αγία Γραφή ο Λόγος του Θεού;

Απόσπασμα ομιλίας του π. Γ. Δ. Μεταλληνού, τ. Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του Πανεπ. Αθηνών, όπως αυτή έγινε στην Εκκλησία του Αγ. Αντύπα στο Γουδί, στις 1-11-07

 

Απομαγνητοφώνηση: Θ. Φ. Δ.

 

ΠΗΓΗ: http://www.omilies.oodegr.com/Diafora/grafi_logos_metallinos.zip

 

 Απάντηση του π. Γεωργίου στην Ερώτηση:

"Μπορούμε να αποκαλούμε την Αγ. Γραφή Λόγο του Θεού; Και αν ναι, εννοούμε το γράμμα η το περιεχόμενο του ευαγγελίου;"

 

Λοιπόν, το πρώτον: Ο δυτικός κόσμος , κυρίως η προτεσταντική πλευρά του δυτικού Χριστιανισμού, μας έμαθε με την απολυτοποίηση της φράσης "λόγος του Θεού". Το μάθαμε στα κατηχητικά , το πήραμε κ' εμείς και λέμε "Η Αγία Γραφή [είναι] ο Λόγος του Θεού".  Έμμεσα είναι ο λόγος του Θεού. Δηλαδή αυτό που λέει η Αγία Γραφή, ο Θεός το ορίζει. Αλλά αν μιλήσουμε με ακρίβεια  επιστημονική, οχι! Tο γράμμα της Αγίας Γραφής δεν είναι ο Λόγος του Θεού.

 

Διότι ο Θεός δεν ομιλεί καμιά γλώσσα, πρώτα απ' όλα. Ούτε Εβραϊκά. Το πρόβλημα ετέθη από τον Γρηγόριο Νύσσης. που συνεχίζει τον Κρατύλο του Πλάτωνος από πλευράς γλωσσολογικής. Ο Δεύτερος μεγάλος Έλληνας γλωσσολόγος είναι ο Γρηγόριος ο Νύσσης, στα έργα του κατά Ευνομίου. Δεν γράφει καμιά γλωσσολογία σαν τον Μπαμπινιώτη, αλλά , απαντά σε ερωτήματα γλωσσολογικά.

 

Επομένως λοιπόν, το πρόβλημα είναι το εξής: Το ότι δεν είναι η Γραφή, αυτή καθαυτή ως γράμμα , ως βιβλίο, "Λόγος του Θεού". [Αν το αποδεχτούμε αυτό] τότε την μεταβάλλουμε σε "Κοράνιο". Ο καημένος ο Μωάμεθ είπε ότι ο Θεός , δια του Αρχαγγέλου Γαβριήλ, του έδωσε το Κοράνιο! Το πέταξε ο Αλλάχ από ψηλά (ευτυχώς που δεν πήρε κανένα κεφάλι..). Το ότι είναι τυπωμένο βιβλίο, ούτε καν να το πεις! Ξέρετε, έχει συνέπειες. Έχω πάει πολλές φορές και στο Ιράν και στο Ιράκ κτλ για συνέδρια και είμαστε πάντα προσεκτικοί. Όταν μιλούμε για την Τριαδικότητα του Θεού, σηκώνονται οι μεγάλοι Θεολόγοι τους (γιατί έχουν κ' αυτοί τους Θεολόγους τους..) και σου λέει "Παντρεύτηκε ο Θεός και έκανε γιό"; Το καταλαβαίνει ανθρωποπαθώς. Τι να του πεις τώρα; Δεν μπορείς να σκεφθείς; Του λες "όχι έτσι...". Γιατί με έβαλαν εμένα 2-3 φορές να τα αναλύσω, [και] λέω "Παναγία μου! Σε εμένα έτυχε να τους μιλήσω περί Αγίας Τριάδος;!". [Τα λέω αυτά] και λόγω της αμαρτωλότητάς μου και λόγω του ότι ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΚΑΤΑΛΑΒΟΥΝ , οι άνθρωποι. Έχουν άλλες "προσλαμβάνουσες παραστάσεις".

 

Λοιπόν, για να το ολοκληρώσω: Η Γραφή , αυτή καθαυτή, ως γράμμα, ως κείμενο, δεν είναι Λόγος του Θεού. [Αυτά] μας τα ανέλυσε ο παπαγιάννης ο Ρωμανίδης. Ξέρετε ο Ρωμανίδης (αιωνία του η μνήμη!) έφερε στην επιφάνεια την αγιοπατερική παράδοση. Δεν είναι ότι βρήκε δικά του [θεολογικά εφευρήματα] , γιατί όταν λένε "ε, είναι του Ρωμανίδη....", αμ δεν είναι του Ρωμανίδη! Είναι Παλαιά, Καινή Διαθήκη, Οικουμενικές σύνοδοι, οι Πατέρες και μητέρες της Εκκλησίας! Είναι η εμπειρία των Αγίων. Αυτό έκαμε ο παπαγιάννης ο Ρωμανίδης. Ηρθε και μας ταρακούνησε ,τα νερά που ήτανε λιμνάζοντα. Ετσι , λοιπόν, λέει ότι η Γραφή τι είναι; "λόγος περί του λόγου του Θεού". [Είναι] ιερό βιβλίο! Που καταλήγουμε όμως; Αυτό που λέγει ένας ¶γιος της Εκκλησίας: [Ότι] εάν καούν αυτομάτως όλα τα βιβλία της Αγίας Γραφής (παλαιάς και καινής διαθήκης)  , ένας ¶γιος θα [μπορέσει να] ξαναγράψει την Αγία Γραφή , εν Αγίω Πνεύματι. Είναι "φορέας" της Αγίας Γραφής, της Αποκαλύψεως του Θεού. Θα [μπορούσε να] ξαναγραφεί η Γραφή! Γι' αυτό λέμε πως η παραβολή του Ασώτου είναι το ευαγγέλιο του ευαγγελίου: Αν δεν είχε σωθεί τίποτε άλλο, μόνο η παραβολή του ασώτου, ξέρουμε ότι υπάρχει Θεός, γιατί υπάρχει, ο άνθρωπος [και] η σχέση του με τον Θεό, όλα τα μυστήρια της πίστεως λύνονται εκεί.

 

Ερώτηση από το ακροατήριο: "Μπορούμε να πούμε πως η Αγ. Γραφή είναι η αποκάλυψη της αγάπης του Θεού;"

 

¶φηστε τα τώρα τα συναισθηματικοηθικά [σχήματα λόγου], όχι ότι δεν το λέμε, αλλά δεν είναι η ώρα. Η Αγία γραφή (παλαιά και καινή διαθήκη) είναι λόγος περί του Λόγου του Θεού. Ποιος είναι ο "Λόγος του Θεού"; Είναι η αποκάλυψη. Η αυτοφανέρωση του Θεού. Επιστολή προς Εβραίους: "Πολυμερώς και πολυτρόπως.."[Εβρ. 1:1] με χίλιους τρόπους απεκαλύφθει ο Θεός , και στην Παλαιά Διαθήκη, μέσα στην κτίση ολόκληρη. Βλέπετε [πως] η κτίση σε βάζει να σκεφθείς ,αν έχεις λίγο λογική, πως όλα αυτά δεν είναι τυχαία. Οχι ότι η κτίση σου δίνει αποκάλυψη του Θεού [αλλά] σε κινεί προς την Χάρη του Θεού. Ο Απόστολος Παύλος τα λέει αυτά.

 

Απο την άλλη πλευρά , έχουμε την αποκάλυψη του Θεού, που κορυφώνεται στον Ιησού Χριστό. Που είναι η ένσαρκη Αλήθεια. Ο Χρυσόστομος και ο π. Πόποβιτς λένε "Η Eνσαρκος Παναλήθεια". Το πλήρωμα της Αλήθειας ...; "οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν".. είναι ο Χριστός. Στον Χριστό, [δηλαδη] εν τω Υιώ, κορυφώνεται η αποκάλυψη του Θεού. Αυτή η αποκάλυψη, είναι γεγονός που συμβαίνει , λαμβάνει χώρα, στην καρδιά του ανθρώπου. Την καθαρή "καρδία", και όχι στην διάνοια η στην φύση. Εδώ είναι η αρχή. Επειδή γράφονται σε αυτά τα κείμενα (που είναι υπέροχα!) τίθεται το θέμα του Αυγουστίνου, τα είπαμε [και] με αυτό το παιδί, τον μαθητή μου. ο Αυγουστίνος μη έχοντας τις εμπειρίες των Αγίων (εγώ τον τιμώ ως άγιο) και μη έχοντας γνώση των Πατέρων της Ανατολής, νομίζει ότι οι θεοφάνειες της Π.Δ. είναι φαινόμενα "γινόμενα και απογινόμενα". Αυτά [όμως] είναι τα φυσικά φαινόμενα. Δηλαδή: [Έστω πως] μελετάμε την αστραπή η την βροντή. Σε μία καταιγίδα ο Φρανκλίνος, ο αμερικάνος, μελέτησε την αστραπή  και την βροντή. [Τα φαινόμενα αυτά] έχουν αρχή και μετά έρχεται και η λιακάδα οπότε τελειώνουν όλα, βγαίνει και το ουράνιο τόξο. Αυτά είναι τα Φυσικά φαινόμενα, έχουν αρχή και τέλος. Η αποκάλυψη του Θεού δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος και λαμβάνει χώρα μέσα στην ανθρώπινη "καρδία". Οπότε ο προφήτης, ο απόστολος, ο άγιος που φθάνει στο ίδιο ύψος είναι μια ενιαία "inspiration" είναι μία ενιαία η "Θεοπνευστία" [της οποίας έχουν εμπειρία]. Όποιος φθάσει  στην θέωση , (μπορεί να είναι εγγονός του Αδάμ η μπορεί να είναι ο τελευταίος άνθρωπος που θα ζήσει στην Γη προ της δευτέρας παρουσίας) την ίδια Θέωση [θα έχει]. Είναι συμμετοχή στο γεγονός της Πεντηκοστής. Οποίος φθάσει λοιπόν στην Θέωση βλέπει τον Πατέρα, τον Υιο, το Αγιο Πνεύμα , βλέπει ότι ο Θεός έχει δύο Φύσεις, την Παναγία κτλ. Αυτά δεν είναι θέμα λογικής και δεν μπορείς να αναγκάσεις κανένα να το δεχτεί.

 

Προσέξτε όμως! Αυτό είναι το λάθος. Έρχεται ο άλλος, ο "βλάκας" και σου λέει "εν ονόματι της αστροφυσικής, εν ονόματι των μαθηματικών , τα αρνούμαι!". Όχι, μπουμπούνα. Διότι όταν εσύ έχεις τηλεσκόπιο και μελετάς άστρα που είναι χιλιάδες έτη φωτός μακριά από την Γη , μπορώ εγώ ο αδαής να σου πω "αυτά είναι όλα παραμύθια της χαλιμάς". Και [τότε] μου λες: "Ελα στο τηλεσκόπιο και θα τα δεις κ'εσύ!". Αν λοιπόν καθαρίσει κανείς το τηλεσκόπιο της καρδιάς (του παπαγιάννη είναι [το παράδειγμα], αιωνία του η μνήμη! θα είμασταν στραβοί χωρίς τον παπαρωμανίδη, συμπλήρωσε τον φλωρόφσκι και τον ολοκλήρωσε) [σου] θα δεις τα ίδια πράγματα. Ό,τι βλέπει ο Αβρααμ, ό,τι βλέπει ο Αγιος Σπυρίδων, ό,τι ο απόστολος παύλος και πέτρος θα τα δω κ'εγώ. Αλλα δεν θέλουμε να κοπιάσουμε. Εδώ είναι το πρόβλημα. Για να γίνω επιστήμονας , π.χ. "Νανόπουλος" που είναι μεγάλος αστροφυσικός , ότι και να λέει είναι μεγάλος ,ή π.χ. "Φωκάς" να' ναι καλά οι άνθρωποι,  πρέπει να σπουδάσω. Καμιά δεκαπενταριά η είκοσι χρόνια. Εδώ σου λέει "κάτσε και άρχισε δίπλα σε έναν καθηγητή που είναι ο Γέροντας , ο Πνευματικός [Πατέρας] που ξέρει την πορεία. Βέβαια πνευματικοί δεν ήμαστε εμείς, ε; Εμείς είμαστε τσαρλατάνοι. Πνευματικός [Πατέρας] είναι αυτός που έχει Αγιον Πνευμα "εν τη καρδία", ο άγιος δηλαδή. Εμείς είμαστε "της προσκολλήσεως". Δόξα τω Θεώ, έστω κ' έτσι! Διαφορετικά θα είσαστε πεθαμένοι, αν δεν είχατε κάποιον που μελετάει τους πατέρες και σας λέει "οι απόστολοι, οι προφήτες, οι Πατέρες αυτά λένε" . Αυτός είναι ο ρόλος ο δικός μας. Μπορεί να γίνω κ' εγώ "Αγιος Σπυρίδων". Προσέξτε! Ο Θεός να με συγχωρήσει , είναι βλασφημία να πω "εκείνοι ήσαν και κανείς άλλος!". Σήμερα έχουμε τον όσιο Δαυίδ της Ευβοίας. Ανάστημα πνευματικό! Συνεχίζει τον Μ. Βασίλειο, με έναν άλλο τρόπο αλλά «εν τω αυτώ πνεύματι, εν τω αυτώ νοϊ και εν τη αυτή εμπειρία».

 

Έτσι, λοιπόν, για να το κλείσω, όποιος φτάσει και γίνει αγιος, όποιος φτάσει δηλαδή στην Θέωση, βλέπει αμέσως αυτά που λέμε "αποκάλυψη του Θεού". Εμείς που είμαστε τυφλοί, πνευματικά , στηριζόμαστε σε αυτό που βλέπουν οι ¶γιοι. Όπως ένας τυφλός. [Τα λέω αυτά] χωρίς να υποτιμώ κανέναν. ¶λλο η διάνοια. Εγώ μιλώ τώρα για τυφλότητα πνευματική, ένας τυφλός μπορεί να είναι διάνοια. Ο Τυφλός όμως, [ακόμα] κ'αυτός που είναι διάνοια, όταν βγούμε σε κάποια περιοχή που δεν την ξέρει, στηρίζεται σ' εμένα. Και του λέω: "έχει σκαλιά εδώ... ανεβαίνουμε... κατεβαίνουμε". Είναι προσβλητικό; Έτσι μου λέει κ' εμένα η εσένα η του άλλου, ο απόστολος Πέτρος, ο απόστολος Παύλος , ο Μ. Βασίλειος, "εέει σκαλιά εδώ... ανέβα". Εμείς λοιπόν που είμαστε τυφλοί στηριζόμεθα στην εμπειρία των Αγίων που ζουν την αποκάλυψη του Θεού ως αυτοφανέρωση του Θεού. Λοιπόν, αυτή η αποκάλυψη είναι ο λόγος του Θεού, "εγένετο ρήμα θεού" (Λουκάς 3:2). Το "ρήμα θεού" τι σημαίνει; [είναι] ο λόγος του Θεού! Οι δυτικοί νομίζουν ότι πάει ο Θεός και ψυθιρίζει στο αυτί του ανθρώπου και έχουν στην εικόνα ένα πουλάκι, το Αγ. Πνεύμα, που ψυθιρίζει με το ράμφος του στο αυτί του Πέτρου, του Παύλου κτλ. Αυτό είναι η παρερμηνεία , το ανθρωποπαθές στοιχείο, που είναι η καταστροφή της Πνευματικότητας της Αγίας Γραφής.

 

Οποίος δεχτεί την αποκάλυψη, όλα αυτά τα ζει, και αυτός είναι ο λόγος του Θεού. Τώρα , από εκεί και πέρα, αναγκάζεται ο Προφήτης η ο απόστολος να πει κάποια πράγματα. Να, ο Παύλος στην Β' Προς Κορινθίους (12:2) λέει " οιδα ανθρωπον εν χριστω προ ετων δεκατεσσαρων ειτε εν σωματι ουκ οιδα ειτε εκτος του σωματος ουκ οιδα ο θεος οιδεν αρπαγεντα τον τοιουτον εως τριτου ουρανου". Χρησιμοποιεί την γλώσσα της εποχής. Του αλλάξανε τα φώτα! Και λέει παραφρονών κ' εγώ θα σας τα πω. Γιατί του λέγανε "δεν είσαι απόστολος, δεν είδες τον Χριστό!" [και τους απαντούσε] "Βρε τον είδα!". Γι' αυτό είπε τρεις φορές (πόσες θα το είπε! πεντακόσιες τρεις!) την εμπειρία του προς την Δαμασκό. Οπότε τους λέει "θέλετε να δείτε που έφτασα;". Και δεν λέει "εγώ" , λέει "οίδα άνθρωπον" γιατί ντρεπόταν να πει "εγώ". Αυτό το «εγώ» θα μας φάει, που λέει κ' ο Μακρυγιάννης. Η ιδιοτέλεια.

 

Έτσι, λοιπόν, ο Απόστ. Παύλος έχει αυτές τις εμπειρίες. Η εμπειρία καθαυτή , συμπερασματικά, είναι ο Λόγος του Θεού. "εγένετο ρήμα θεού", Λόγος Θεού. Η μετάδοση αυτής της εμπειρίας, όπως την διηγείται ο ¶γιος. , είναι λόγος του Θεού από δεύτερο χέρι, Η καταγραφή αυτής της μαρτυρίας, όπως κάποιοι που τον άκουσαν τον ¶γιο, είναι λόγος Θεού από τρίτο χέρι. Το περιγράφουν. π.χ. ο Μάρκος το κύρηγμα του Πέτρου, ο Λουκάς το κήρυγμα του Παύλου. Και εμείς στο πανεπιστήμιο που αυτά τα μελετάμε η εσείς που διαβάζετε έχουμε λόγον Θεού, από τέταρτο χέρι. Να λοιπόν γιατί, αυτό που μας λένε οι καημένοι οι Δυτικοί, είναι λόγος Θεού από τέταρτο χέρι.

 

Θυμάστε που σας έλεγα (να κλείσουμε με αυτό για τώρα) πως μου έλεγε ένας γερμανικής καταγωγής στην Αμερική, στο διάλογο μας με τους Λουθηρανούς, Ο καθηγητής Γκρόντελ, (μου έκανε και μάθημα ο καημένος να είναι καλά)  "Πάτερ Γεώργιε, μην ξεχνάτε πως είμαστε ναοί του Αγ. Πνεύματος". Μπήκα στο νόημα αμέσως και με πολύ αγάπη βεβαία, γιατί δεν φταίει ο άνθρωπος ,του είπα "από που το συνάγετε αυτό;". Μου λέει να, εδώ: Α' Κορινθίους, Β' Κορινθίους, "ναος θεου εστε και το πνεύμα του θεου οικει εν υμιν" . Του λέω «συγνώμη, επειδή το λέει εκεί, είμαστε ναοί του Θεού;» Μου λέει "είμαστε βαπτισμένοι, άρα..." . Του λέω, "με συγχωρείτε αν ο διάβολος το διαβάσει αυτό, είναι κ' αυτός ναός του Θεού;". Μου πιάνει το χέρι και μου λέει "αδελφέ Μεταλληνέ, σε καταλαβαίνω". Και κάτσαμε μία ώρα μετά και μιλούσαμε για το θέμα: Πότε [ο άνθρωπος] γίνεται ναός του Αγ. Πνεύματος. Και τα δέχθηκε. Όλα αυτά τα είχαν δεχθεί οι Λουθηρανοί! ¶λλο που ήρθαν μετά... συγνώμη, πρέπει να ξέρουμε [πως] όλα αυτά εξαρτώνται από μασονικές δυνάμεις της Γενεύης. Και στο τέλος έβγαλαν Ρωμανίδη, εμένα, κάποιους άλλους κτλ που είχαμε διάλογο επί αυτών των πραγμάτων , κυρίως τον Ρωμανίδη και λέγανε παραμύθια της Χαλιμάς μεταξύ τους. Ο Γκέοργκ Κρετσμαρκ καθηγητής στο Μοναχο, ιστορικός,  το κατάλαβε. Και μία φορά , την τελευταία φορά που ήμουν και εγώ και ο Ρωμανίδης και άλλοι μαζί τους, λέει "Δυστυχώς δεν μας αφήνουν να συνεχίσουμε τον ωραίο διάλογο". Διότι πολλοί , ακόμα και λουθηρανοί, λέγανε "πάτε να μας κάνετε Ορθόδοξους". Και εμείς τους λέγαμε "Οχι Ορθοδόξους βρε παιδιά , Χριστιανούς, να σας κάνουμε εσάς και να γίνουμε κ' εμείς". Ας σταθούμε εδώ και θα συνεχίσουμε την άλλη φορά.

 
πηγή http://www.oodegr.com/oode/grafi/logos_theou.htm

orthodoxos2011 Δημήτριος Ορθόδοξος

Το προφίλ μου

Σελίδες

Αρχείο θεμάτων

Σύνδεσμοι

Αναζήτηση

RSS: Θέματα, Σχόλια
Powered by Pathfinder blogs